Λίγα λόγια για τη «συμφιλιωτική διαδικασία»
Τη διεξαγωγή της διαδικασίας αναλαμβάνει, κατόπιν σχετικού αιτήματος του/των ενδιαφερομένων μερών, αρμόδιο στέλεχος (Επιθεωρητής Εργασίας/Συμφιλιωτής) είτε του τοπικού Τμήματος Επιθεώρησης Εργασιακών Σχέσεων του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας είτε της Κεντρικής Υπηρεσίας του Υπουργείου, κατάλληλα εκπαιδευμένο σε τεχνικές επίλυσης συγκρούσεων. Η κατανομή των αιτημάτων των ενδιαφερομένων στην αρμόδια Υπηρεσία γίνεται αφού ληφθεί υπόψιν το περιεχόμενο αυτών και τυχόν ενέργειες που έχουν προηγηθεί, πάντοτε με γνώμονα τη μεγιστοποίηση της πιθανότητας διευθέτησης της διαφοράς στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας.
Συνήθεις διαφορές, που απορρέουν από τη σχέση εργασίας και οι οποίες μπορούν ν΄ αντιμετωπισθούν στο πλαίσιο της «συμφιλιωτικής διαδικασίας» είναι, μεταξύ άλλων, αυτές που αφορούν τη μη εκπλήρωση (ή την καθυστερημένη εκπλήρωση) συμβατικών ή νομίμων υποχρεώσεων (παροχών) του ενός μέρους προς το άλλο (μισθολογικών ή άλλων), όσες σχετίζονται με την εφαρμογή στην πράξη των προβλέψεων της νομοθεσίας (και, ενδεχομένως, των συλλογικών και ατομικών συμβάσεων εργασίας) για τη συνδικαλιστική δράση, διαφορές που αφορούν την ελλιπή ή ανύπαρκτη ενημέρωση και διαβούλευση μεταξύ εργοδοτών και συνδικαλιστικών οργανώσεων αλλά και διαφορές που προκύπτουν εξ αφορμής επιχειρησιακών ή κλαδικών/περιφερειακών αναδιαρθρώσεων.
Η «συμφιλιωτική διαδικασία» περιλαμβάνει μια σειρά από ενέργειες, στις οποίες δύναται να προβεί το αρμόδιο στέλεχος (Επιθεωρητής Εργασίας/Συμφιλιωτής) του Σ.ΕΠ.Ε ή της Κεντρικής Υπηρεσίας του Υπουργείου με σκοπό να τερματιστεί η διένεξη. Οι ενέργειες αυτές, αναλόγως των περιστάσεων, μπορούν να περιλαμβάνουν κατ΄ ιδίαν επικοινωνία/συναντήσεις του Επιθεωρητή με κάθε ένα μέρος χωριστά, επικοινωνία με υπηρεσίες του δημοσίου τομέα, που σχετίζονται με το περιεχόμενο της διαφοράς, οργάνωση και διεξαγωγή κοινής (τριμερούς) σύσκεψης και, γενικότερα, κάθε νόμιμη ενέργεια, που αποσκοπεί στη διευθέτηση της διαφοράς. Σε κάθε περίπτωση, η διαδικασία ολοκληρώνεται με τη σύνταξη και υπογραφή Πρακτικού, στο οποίο αποτυπώνεται η συμφωνία ή διαφωνία των μερών και κάθε άλλο κρίσιμο στοιχείο της υπόθεσης.
Αυτονόητο, τέλος, είναι ότι η προσφυγή του/των μερών στη «συμφιλιωτική διαδικασία» δεν διακόπτει ή αναστέλλει την άσκηση άλλων δικαιωμάτων, που ο Νόμος αναγνωρίζει για την οριστική διευθέτηση των διαφορών.
Σχετική Νομοθεσία
Ν. 1876/1990, άρ. 13 (ΦΕΚ Α/27)
Ν. 3996/2011, άρ. 3 (ΦΕΚ Α/170)
Ν. 4144/2013, άρ. 23 (ΦΕΚ Α/88)
Χρήσιμα έγγραφα
ΑΙΤΗΣΗ ΔΙΕΝΕΡΓΕΙΑΣ ΣΥΜΦΙΛΙΩΤΙΚΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ.pdf
ΑΙΤΗΣΗ ΔΙΕΝΕΡΓΕΙΑΣ ΣΥΜΦΙΛΙΩΤΙΚΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ.doc
Συχνές Ερωτήσεις
Ποιός μπορεί να υποβάλλει αίτημα προκειμένου να εκκινήσει η συμφιλιωτική διαδικασία;
Το αίτημα μπορεί να υποβάλει, σύμφωνα με την υφιστάμενη νομοθεσία, η οικεία (ή από κοινού ή χωριστά οι οικείες) συνδικαλιστική/ες οργάνωση/οργανώσεις των εργαζομένων ή οργάνωση/οργανώσεις των εργοδοτών ή και ένας εργοδότης ατομικά. Κατά συνέπεια, δεν μπορεί να υποβληθεί αίτημα από μεμονωμένο εργαζόμενο ή ομάδα εργαζομένων χωρίς συνδικαλιστική εκπροσώπηση.
Η αίτηση πρέπει να έχει προκαθορισμένη μορφή και εάν όχι, τί στοιχεία πρέπει να περιλαμβάνει;
Όχι, δεν απαιτείται προκαθορισμένη-τυποποιημένη μορφή. Ωστόσο, ο Νόμος προσδιορίζει τα ελάχιστα στοιχεία, που πρέπει να περιλαμβάνονται σε μια τέτοια αίτηση. Στην αίτηση πρέπει να διατυπώνεται με σαφήνεια το περιεχόμενο της διαφοράς και ποιούς αφορά. Πρέπει, με άλλα λόγια, να κατονομάζεται ο καθ ου η αίτηση, δηλαδή εκείνος κατά του οποίου στρέφεται η καταγγελία και τα στοιχεία επικοινωνίας του (ονοματεπώνυμα υπευθύνων προσώπων, διευθύνσεις ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, τηλέφωνα, φαξ). Επίσης, η αίτηση πρέπει να κοινοποιείται με ευθύνη του αιτούντος στο άλλο ή στα άλλα μέρη, προκειμένου να λάβουν γνώση του περιεχομένου της. Ευνόητο είναι ότι στην αίτηση πρέπει να αναφέρεται με σαφήνεια η επωνυμία της αιτούσας συνδικαλιστικής οργάνωσης ή του αιτούντος εργοδότη και τα πλήρη στοιχεία επικοινωνίας του. Κάθε άλλο, τέλος, στοιχείο αναφορικά με την υπόθεση, που περιλαμβάνεται στην αίτηση μπορεί να φανεί χρήσιμο στην πορεία της διαδικασίας.
Είναι υποχρεωτική η συμμετοχή εργαζομένων και εργοδοτών στη συμφιλιωτική σύσκεψη;
Με βάση την υφιστάμενη νομοθεσία, δεν προβλέπεται η επιβολή διοικητικών κυρώσεων στο μέρος, που απουσιάζει αδικαιολόγητα από τη συμφιλιωτική σύσκεψη. Ωστόσο, η αδικαιολόγητη απουσία και, γενικότερα, η παρελκυστική τακτική αφενός συντελεί στη διατήρηση της διένεξης για απροσδιόριστο χρόνο αφετέρου, δεδομένης της αποτύπωσης αυτών από τον Επιθεωρητή/Συμφιλιωτή στο Πρακτικό, είναι δυνατόν να οδηγήσει σε άλλες νόμιμες ενέργειες των Υπηρεσιών.
Από ποιούς υπογράφεται το Πρακτικό Συμφιλίωσης και τί συνέπειες έχει η μη τήρηση των υποχρεώσεων, που αναλαμβάνονται από τα μέρη και καταγράφονται σε αυτό;
Το Πρακτικό υπογράφεται από τα ενδιαφερόμενα μέρη και τον επιληφθέντα Επιθεωρητή/Συμφιλιωτή. Περαιτέρω, το Πρακτικό Συμφιλίωσης αποτελεί διοικητικό έγγραφο, συνεπώς έχει όλες τις ιδιότητες και συνέπειες που ο Νόμος προσνέμει στα διοικητικά έγγραφα. Επιπλέον και ανάλογα με το περιεχόμενο, η μη τήρηση των υποχρεώσεων που αναλήφθηκαν είναι δυνατόν να οδηγήσει και σε επιβολή διοικητικών κυρώσεων από το αρμόδιο προς τούτο όργανο.
Από την υποβολή της αίτησης, σε πόσες ημέρες διεξάγεται η συμφιλιωτική διαδικασία;
Οι Υπηρεσίες καταβάλλουν κάθε δυνατή προσπάθεια για την ταχύτερη διεκπεραίωση κάθε αιτήματος, λαμβάνοντας υπόψιν τον κοινωνικά «ευαίσθητο» χαρακτήρα των εργατικών διαφορών και διενέξεων. Σε κάθε περίπτωση, ισχύει ο γενικός (σήμερα) κανόνας των πενήντα (50) ημερών κατ΄ ανώτατο όριο, προκειμένου οι Υπηρεσίες να ανταποκριθούν στο σχετικό αίτημα.
Τι συμβαίνει όταν τα δύο μέρη αποτύχουν να διευθετήσουν τη διαφορά/διένεξή τους;
Η εκκίνηση της συμφιλιωτικής διαδικασίας δεν αναστέλλει ούτε διακόπτει τον από το Νόμο τασσόμενο χρόνο παραγραφής ή αποσβεστικής προθεσμίας. Ώστε, τα ενδιαφερόμενα μέρη πρέπει να είναι ιδιαιτέρως προσεκτικά να μην «χάσουν» τις προθεσμίες για την άσκηση των νομίμων δικαιωμάτων τους. Σε περίπτωση αποτυχίας της συμφιλιωτικής προσπάθειας κάθε πλευρά έχει τη δυνατότητα να εκτιμήσει τη διαμορφωθείσα κατάσταση και να δράσει αναλόγως.
Σε τί διαφέρει η «συμφιλιωτική διαδικασία» από την «εργατική διαφορά» και με ποιό κριτήριο επιλέγει ο ενδιαφερόμενος την κατάλληλη διαδικασία;
Σε γενικές γραμμές, η «συμφιλιωτική διαδικασία» χαρακτηρίζεται από στοιχεία ήπιας υποχρεωτικότητας (σε αντίθεση με την «εργατική διαφορά»), δηλαδή δίδεται μεγαλύτερη βαρύτητα στην αποφυγή διατάραξης των εργασιακών σχέσεων σε έναν εργασιακό χώρο (π.χ. εργοστάσιο) ή κλάδο αλλά και στην επαναφορά των σχέσεων σε ένα «ανεκτό» επίπεδο, εφόσον οι σχέσεις αυτές έχουν διαρραγεί. Εξάλλου, στη διαδικασία της εργατικής διαφοράς δεν μπορούν να εξεταστούν ζητήματα «συλλογικών διαφορών εργασίας» (διαφορών συμφερόντων), δηλαδή ζητήματα που θα αποτελούσαν υπό κανονικές συνθήκες περιεχόμενο συλλογικής ρύθμισης (ΣΣΕ/ΔΑ). Αντίθετα, η συμφιλίωση, καίτοι δεν δύναται να υπεισέλθει στο ρόλο της μεσολάβησης και διαιτησίας, που αποτελεί έργο του Οργανισμού Μεσολάβησης και Διαιτησίας (Ο.ΜΕ.Δ.), λόγω και του συλλογικού χαρακτήρα των ζητημάτων που την απασχολούν (π.χ. εμπόδια στη συνδικαλιστική δράση) μπορεί να περιλαμβάνει και τη διευθέτηση σε πρώτο στάδιο ζητημάτων με τέτοιο χαρακτήρα και πάντως προτού τα μέρη προσφύγουν στη μεσολαβητική/διαιτητική διαδικασία.
Ποιός μπορεί να υποβάλλει αίτημα προκειμένου να εκκινήσει η συμφιλιωτική διαδικασία;
Το αίτημα μπορεί να υποβάλει, σύμφωνα με την υφιστάμενη νομοθεσία, η οικεία (ή από κοινού ή χωριστά οι οικείες) συνδικαλιστική/ες οργάνωση/οργανώσεις των εργαζομένων ή οργάνωση/οργανώσεις των εργοδοτών ή και ένας εργοδότης ατομικά. Κατά συνέπεια, δεν μπορεί να υποβληθεί αίτημα από μεμονωμένο εργαζόμενο ή ομάδα εργαζομένων χωρίς συνδικαλιστική εκπροσώπηση.
Η αίτηση πρέπει να έχει προκαθορισμένη μορφή και εάν όχι, τί στοιχεία πρέπει να περιλαμβάνει;
Όχι, δεν απαιτείται προκαθορισμένη-τυποποιημένη μορφή. Ωστόσο, ο Νόμος προσδιορίζει τα ελάχιστα στοιχεία, που πρέπει να περιλαμβάνονται σε μια τέτοια αίτηση. Στην αίτηση πρέπει να διατυπώνεται με σαφήνεια το περιεχόμενο της διαφοράς και ποιούς αφορά. Πρέπει, με άλλα λόγια, να κατονομάζεται ο καθ ου η αίτηση, δηλαδή εκείνος κατά του οποίου στρέφεται η καταγγελία και τα στοιχεία επικοινωνίας του (ονοματεπώνυμα υπευθύνων προσώπων, διευθύνσεις ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, τηλέφωνα, φαξ). Επίσης, η αίτηση πρέπει να κοινοποιείται με ευθύνη του αιτούντος στο άλλο ή στα άλλα μέρη, προκειμένου να λάβουν γνώση του περιεχομένου της. Ευνόητο είναι ότι στην αίτηση πρέπει να αναφέρεται με σαφήνεια η επωνυμία της αιτούσας συνδικαλιστικής οργάνωσης ή του αιτούντος εργοδότη και τα πλήρη στοιχεία επικοινωνίας του. Κάθε άλλο, τέλος, στοιχείο αναφορικά με την υπόθεση, που περιλαμβάνεται στην αίτηση μπορεί να φανεί χρήσιμο στην πορεία της διαδικασίας.
Είναι υποχρεωτική η συμμετοχή εργαζομένων και εργοδοτών στη συμφιλιωτική σύσκεψη;
Με βάση την υφιστάμενη νομοθεσία, δεν προβλέπεται η επιβολή διοικητικών κυρώσεων στο μέρος, που απουσιάζει αδικαιολόγητα από τη συμφιλιωτική σύσκεψη. Ωστόσο, η αδικαιολόγητη απουσία και, γενικότερα, η παρελκυστική τακτική αφενός συντελεί στη διατήρηση της διένεξης για απροσδιόριστο χρόνο αφετέρου, δεδομένης της αποτύπωσης αυτών από τον Επιθεωρητή/Συμφιλιωτή στο Πρακτικό, είναι δυνατόν να οδηγήσει σε άλλες νόμιμες ενέργειες των Υπηρεσιών.
Από ποιούς υπογράφεται το Πρακτικό Συμφιλίωσης και τί συνέπειες έχει η μη τήρηση των υποχρεώσεων, που αναλαμβάνονται από τα μέρη και καταγράφονται σε αυτό;
Το Πρακτικό υπογράφεται από τα ενδιαφερόμενα μέρη και τον επιληφθέντα Επιθεωρητή/Συμφιλιωτή. Περαιτέρω, το Πρακτικό Συμφιλίωσης αποτελεί διοικητικό έγγραφο, συνεπώς έχει όλες τις ιδιότητες και συνέπειες που ο Νόμος προσνέμει στα διοικητικά έγγραφα. Επιπλέον και ανάλογα με το περιεχόμενο, η μη τήρηση των υποχρεώσεων που αναλήφθηκαν είναι δυνατόν να οδηγήσει και σε επιβολή διοικητικών κυρώσεων από το αρμόδιο προς τούτο όργανο.
Από την υποβολή της αίτησης, σε πόσες ημέρες διεξάγεται η συμφιλιωτική διαδικασία;
Οι Υπηρεσίες καταβάλλουν κάθε δυνατή προσπάθεια για την ταχύτερη διεκπεραίωση κάθε αιτήματος, λαμβάνοντας υπόψιν τον κοινωνικά «ευαίσθητο» χαρακτήρα των εργατικών διαφορών και διενέξεων. Σε κάθε περίπτωση, ισχύει ο γενικός (σήμερα) κανόνας των πενήντα (50) ημερών κατ΄ ανώτατο όριο, προκειμένου οι Υπηρεσίες να ανταποκριθούν στο σχετικό αίτημα.
Τι συμβαίνει όταν τα δύο μέρη αποτύχουν να διευθετήσουν τη διαφορά/διένεξή τους;
Η εκκίνηση της συμφιλιωτικής διαδικασίας δεν αναστέλλει ούτε διακόπτει τον από το Νόμο τασσόμενο χρόνο παραγραφής ή αποσβεστικής προθεσμίας. Ώστε, τα ενδιαφερόμενα μέρη πρέπει να είναι ιδιαιτέρως προσεκτικά να μην «χάσουν» τις προθεσμίες για την άσκηση των νομίμων δικαιωμάτων τους. Σε περίπτωση αποτυχίας της συμφιλιωτικής προσπάθειας κάθε πλευρά έχει τη δυνατότητα να εκτιμήσει τη διαμορφωθείσα κατάσταση και να δράσει αναλόγως.
Σε τί διαφέρει η «συμφιλιωτική διαδικασία» από την «εργατική διαφορά» και με ποιό κριτήριο επιλέγει ο ενδιαφερόμενος την κατάλληλη διαδικασία;
Σε γενικές γραμμές, η «συμφιλιωτική διαδικασία» χαρακτηρίζεται από στοιχεία ήπιας υποχρεωτικότητας (σε αντίθεση με την «εργατική διαφορά»), δηλαδή δίδεται μεγαλύτερη βαρύτητα στην αποφυγή διατάραξης των εργασιακών σχέσεων σε έναν εργασιακό χώρο (π.χ. εργοστάσιο) ή κλάδο αλλά και στην επαναφορά των σχέσεων σε ένα «ανεκτό» επίπεδο, εφόσον οι σχέσεις αυτές έχουν διαρραγεί. Εξάλλου, στη διαδικασία της εργατικής διαφοράς δεν μπορούν να εξεταστούν ζητήματα «συλλογικών διαφορών εργασίας» (διαφορών συμφερόντων), δηλαδή ζητήματα που θα αποτελούσαν υπό κανονικές συνθήκες περιεχόμενο συλλογικής ρύθμισης (ΣΣΕ/ΔΑ). Αντίθετα, η συμφιλίωση, καίτοι δεν δύναται να υπεισέλθει στο ρόλο της μεσολάβησης και διαιτησίας, που αποτελεί έργο του Οργανισμού Μεσολάβησης και Διαιτησίας (Ο.ΜΕ.Δ.), λόγω και του συλλογικού χαρακτήρα των ζητημάτων που την απασχολούν (π.χ. εμπόδια στη συνδικαλιστική δράση) μπορεί να περιλαμβάνει και τη διευθέτηση σε πρώτο στάδιο ζητημάτων με τέτοιο χαρακτήρα και πάντως προτού τα μέρη προσφύγουν στη μεσολαβητική/διαιτητική διαδικασία.