Μερικές ενότητες βρίσκονται υπό κατασκευή.
Μην λαμβάνετε τίποτα ως δεδομένη διακασία. Να διασταυρώνετε πάντα την όποια πληροφορία βρίσκετε διαδικτυακά με τις αντίστοιχες υπηρεσίες.
Η σελίδα είναι ιδιωτική πρωτοβουλία και δεν υποστηρίζεται από τρίτους ή και δημόσιους φορείς.
Όλα τα άρθρα που αναφέρονται σε ΦΕΚ έχουν σύνδεσμο (τίτλος.pdf) για να ανοίξετε, κατεβάσετε, εκτυπώσετε το ΦΕΚ

menu

ΑΛΛΕΠΑΛΛΗΛΕΣ ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ ΟΡΙΣΜΕΝΟΥ ΧΡΟΝΟΥ

Αλλεπάλληλες συμβάσεις ορισμένου χρόνου

2301/30.10.1997

Στο υπ' αριθ. 2301/30.10.1997 έγγραφο του Υπουργείου Εργασίας ορίζονται τα εξής:

"1. Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1 και 8, παρ. 1, εδάφιο β' του Ν.2112/1920, όπως η τελευταία ερμηνεύθηκε αυθεντικά με το άρθρο 11 του Α.Ν.547/1937, οι διατάξεις του νόμου αυτού εφαρμόζονται επίσης και σε συμβάσεις εργασίας με ορισμένη χρονική διάρκεια, εάν ο καθορισμός της διάρκειας αυτής δεν δικαιολογείται από τη φύση της σύμβασης, αλλά τέθηκε σκοπίμως προς καταστρατήγηση των διατάξεων του παρόντος νόμου για υποχρεωτική καταγγελία της σύμβασης. Τέτοια δε πρόθεση καταστρατήγησης πρέπει να τεκμαίρεται όταν ο καθορισμός του χρόνου δεν έχει εσωτερικό λόγο, δεν δικαιολογείται από τη φύση της εργασίας και το σκοπό που υπηρετεί.

Ετσι έχει γίνει δεκτό από τα Δικαστήρια ότι όταν συνάπτονται αλλεπάλληλες συμβάσεις εργασίας ορισμένης χρονικής διάρκειας, εάν ο καθορισμός της διάρκειάς τους δεν δικαιολογείται από τη φύση αυτών και το σκοπό της εργασίας ή δεν υπαγορεύεται από ειδικό λόγο, που ιδίως ανάγεται στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της επιχείρησης, αλλά τέθηκε σκοπίμως για καταστρατήγηση των περί υποχρεωτικής καταγγελίας της σύμβασης διατάξεων των άρθρων 1, 2 και 3 του Ν.2112/1920 ή των διατάξεων των άρθρων 1, 3 και 5 του Β.Δ. της υπ' αριθ. 16/18.7.1920 ανακύπτει ακυρότητα ως προς τον καθορισμό ορισμένης διάρκειας της σύμβασης και θεωρείται ότι καταρτίσθηκε ενιαία σύμβαση αόριστης διάρκειας, π.χ. η διαδοχική σύναψη συμβάσεων ορισμένης διάρκειας, υποκρύπτει σύμβαση αορίστου χρόνου όταν οι υπηρεσίες του μισθωτού δεν καλύπτουν προσωρινές ή πρόσκαιρες ανάγκες αλλά με αυτές επιδιώκεται η θεραπεία μόνιμων και διαρκών αναγκών της επιχείρησης (Α.Π.1629/1981 - 373/1980 - 1248/1979 - 140/1979 - 157/1978 - 1545/1979 - 48/1971 - 344/1969, Εφ. Αθηνών 7075/1995, Εφ. Θεσσαλονίκης 719/1995 και Μ.Π. Αθηνών 370/1995).

2. Εχει γίνει δεκτό επίσης από τα Δικαστήρια ότι όταν η σύναψη σύμβασης ορισμένου χρόνου επιβάλλεται με Νομοθετική Διάταξη ή με διάταξη κανονισμού του εργοδότου που επέχει ισχύ νόμου, δεν είναι δυνατόν να θεωρηθεί ότι αποσκοπεί στην καταστρατήγηση των περί καταγγελίας της σύμβασης διατάξεων (Α.Π.1007/1989 - 299/1984 - 1506/1979 - 1807/1986 - 784/1964 - 227/1960 - 295/1994).

3. Περαιτέρω, έχει κριθεί από τα δικαστήρια ότι ο χαρακτηρισμός μίας σύμβασης εργασίας ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου είναι έργο του δικαστηρίου, το οποίο καταλήγει στην οποιαδήποτε κρίση του μετά από στάθμιση και υπαγωγή στο νόμο των δεδομένων και των αποδεικτικών στοιχείων που συγκροτούν τη σύμβαση. Δεν ασκεί επομένως επιρροή στο χαρακτηρισμό της σύμβασης εργασίας ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου ο χαρακτηρισμός που δίνουν οι συμβαλλόμενοι ούτε δε ακόμη και ο από τον εργοδότη χαρακτηρισμός αυτής ως αορίστου ή ορισμένου χρόνου (Α.Π.724/1992 - 1493/1986).

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω η κρίση περί του εάν οι αλληλοδιαδόχως συναπτόμενες συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου των εργαζομένων περί των οποίων το ερώτημά σας συνιστούν μία ενιαία σύμβαση αορίστου διαρκείας ανήκει στα τακτικά δικαστήρια.

4. Σύμφωνα με τη διάταξη, της παρ. 1 του άρθρου 7 του Ν.2112/1920 "Περί υποχρεωτικής καταγγελίας συμβάσεως εργασίας ιδιωτικών υπαλλήλων" (ΦΕΚ 67/Α'/1920), κάθε μονομερής μεταβολή των όρων της υπαλληλικής συμβάσεως, που βλάπτει τον υπάλληλο, θεωρείται ως καταγγελία της συμβάσεως, για την οποία ισχύουν οι διατάξεις του νόμου αυτού.

Από την ανωτέρω διάταξη συνάγεται ότι η μεταβολή των όρων της εργασιακής συμβάσεως είναι: α) μονομερής όταν επιχειρείται υπό μόνου του εργοδότου χωρίς να παρέχεται σ' αυτόν σχετικό δικαίωμα από διάταξη νόμου, Σ.Σ.Ε., Δ.Α., Κανονισμού Εργασίας ή των όρων της ατομικής σχέσεως εργασίας ή εκτός των ορίων του διευθυντικού του δικαιώματος και χωρίς τη συγκατάθεση του μισθωτού και β) βλαπτική όταν επιφέρει άμεση ή έμμεση υλική ή ηθική βλάβη του μισθωτού (Α.Π.1212/1990 - 435/1992 - 674/1991 - 351/1990 - 539/1990 - 698/1989 - 1875/1988 - 1953/1987 - 869/1984 - 627/1983 - 1505/1982 - 449/1989 - 1532/1980 - 1332/1984 - ΟΛ. Α.Π.13/1987 - Α.Π.272/1996, Εφ. Πειρ. 132/1995, Εφ. Αθ. 7075/1995).

Εχει κριθεί από τη νομολογία των δικαστηρίων ότι μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της συμβάσεως εργασίας, κατά την ανωτέρω εκτεθείσαν έννοιαν, συνιστά και η μείωση των αποδοχών του μισθωτού άμεση ή έμμεση (Α.Π.435/1992 - 1532/1980 - 1039/1983 - 1093/1982 - 1502/1982 - 1366/1985 - 1340/1977 - 1510/1977 - 130/1960 - 164/1983 - 56/1963 - 317/1953 - 138/1953 - 579/1966 - 78/1970 - 1532/1980 - 1447/1982 - 1332/1984 - 1331/1984, Μ.Π.Α.5585/1977, Ε.Α.188/1982).

Εχει δε κριθεί ειδικότερα από τα δικαστήρια ότι η καθιέρωση μονομερώς εκ μέρους του εργοδότου διαφόρου συστήματος αμοιβής (μεταβολή του τρόπου καθορισμού των αποδοχών) που συνεπάγεται μείωση των αποδοχών των μισθωτών συνιστά βλαπτική μεταβολή των όρων της συμβάσεως με τις εντεύθεν συνέπειες (Α.Π.446/1982 - 579/1966).

Πάντως το αν υπάρχει ή όχι μείωση αποδοχών στη συγκεκριμένη περίπτωση και κατ' ακολουθίαν βλαπτική μεταβολή των όρων της σύμβασης αρμόδια να κρίνουν είναι και πάλι τα τακτικά δικαστήρια.

Σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 3 του Α.Ν.539/1945, κατά τη διάρκεια της αδείας του ο μισθωτός δικαιούται των συνήθων αποδοχών, τις οποίες θα δικαιούτο αν απασχολείτο στην επιχείρηση κατά τον αντίστοιχο χρόνο ή των αποδοχών που έχουν καθορισθεί για την περίπτωση αυτή με Σ.Σ.Ε.

Η έννοια της παρ. 1 του άρθρου 3 είναι ότι ο μισθωτός που φεύγει σε άδεια δικαιούται να εισπράξει οτιδήποτε από σύμβαση, από τον νόμο, Σ.Σ.Ε. ή Διαιτητικές Αποφάσεις θα δικαιούτο αν εργαζόταν, σαν αποδοχές σε χρήμα ή σε είδος.

Κατά συνέπεια εφόσον από Σ.Σ.Ε. δικαιούτο επίδομα ταμείων εκ ποσοστού 5% υπολογιζομένου επί των βασικών αποδοχών, το επίδομα αυτό συνυπολογίζεται στο επίδομα αδείας και το δικαιούται ο μισθωτός κατά τον χρόνο της κανονικής του αδείας.

Οσον αφορά το ερώτημα σχετικά με τα δικαιώματα εργαζόμενης που επέρχεται σε κατάσταση εγκυμοσύνης, λοχείας και μητρότητας, με δίμηνες συμβάσεις συνεχούς ανανέωσης επί 2 - 4 έτη, ισχύουν όσα προβλέπει η εργατική νομοθεσία για τις συμβάσεις ορισμένου χρόνου (για την άδεια τοκετού και λοχείας, το μειωμένο ωράριο εργασίας κ.λπ.). Οσο για την υποχρέωση του εργοδότη για ανανέωση της σύμβασης, σας πληροφορούμε ότι η σχέση μεταξύ εργοδότη και εργαζόμενης λήγει αυτοδικαίως άμα συμπληρωθεί ο χρόνος για τον οποίο συνομολογήθηκε (άρθρο 669 του Α' Κώδικα). Συνεπώς, ο εργοδότης έναντι της εγκύου εργαζόμενης, δεν έχει καμία υποχρέωση μετά την λήξη της ημερομηνίας της Σύμβασης Εργασίας.

Ωστόσο για την επίλυση κάθε αμφισβητήσεων αρμόδια να αποφανθούν είναι τα τακτικά δικαστήρια".