Καταγγελία σύμβασης εργασίας
Στο έγγραφο υπ’ αριθ. 1247/18.4.1997 του Υπουργείου Εργασίας, ορίζονται τα εξής: «α) Από τις διατάξεις του Ν.2112/1920 “Περί υποχρεωτικής καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας ιδιωτικών υπαλλήλων” (ΦΕΚ 67/Α’/20), του Β.Δ/τος της 16/18.7.1920 “Περί επεκτάσεως του Ν.2112 “περί καταγγελίας …” και επί των εργατών, τεχνιτών και υπηρετών” (ΦΕΚ 158/Α’/20), του Ν.3198/1955 “Περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως των περί καταγγελίας της σχέσεως εργασίας διατάξεων” (ΦΕΚ 98/Α’/1955), όπως τα ως άνω νομοθετήματα τροποποιηθέντα και συμπληρωθέντα ισχύουν σήμερα, και του άρθρου 669, παρ. 2, του ισχύοντος Αστικού Κώδικα, προκύπτει ότι η ιδιωτικού δικαίου και αορίστου χρόνου σύμβαση εργασίας λύεται - πλην της περιπτώσεως θανάτου του μισθωτού και της αμοιβαίας των μερών συναινέσεως - δια καταγγελίας εκ μέρους εκατέρου των συμβαλλομένων μερών.
β) Η καταγγελία δε αυτή, όπως συνάγεται από τις διατάξεις των προαναφερθέντων νομοθετημάτων, σε συνδυασμό προς αυτές των άρθρων 167 και 168 του Αστικού Κώδικα, αποτελεί, κατά τη νομική αυτής φύση, μονομερή αναιτιώδη κατά κανόνα δικαιοπραξία συνιστώσα ενάσκηση διαπλαστικού δικαιώματος, γνωστοποιείται προς αυτόν τον οποίον απευθύνεται, δεν χρήζει αποδοχών εκ μέρους αυτού, παράγει δε τα έννομα αποτελέσματά της, τη λύση δηλαδή της συμβάσεως εργασίας, κατά την υπό του άρθρου 167 του Αστικού Κώδικα καθιερωμένη θεωρία της λήψεως, από τότε που η σχετική σαφής περί καταγγελίας δήλωση περιέλθει κατά νόμιμον τρόπον σ’ αυτόν προς τον οποίον απευθύνεται, τηρουμένων προηγουμένως ορισμένων τυπικών, υπό των ως άνω διατάξεων προβλεπομένων, προϋποθέσεων οσάκις αύτη λαμβάνει χώραν υπό του εργοδότου, ενώ οσάκις ενεργείται υπό του μισθωτού δεν υποβάλλεται σε κάποιο τύπο (άρθρο 158, Αστικού Κώδικα) δυναμένη να γίνει εγγράφως και προφορικώς, ρητώς και σιωπηρώς. Μορφή σιωπηράς καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας εκ μέρους του μισθωτού αποτελεί και η παραίτηση αυτού, η οποία ως μη πανηγυρική δικαιοπραξία, πρέπει να προκύπτει εκ της όλης συμπεριφοράς αυτού και να γίνεται δεκτή μόνον όταν εκ των ειδικών συνθηκών της συγκεκριμένης περιπτώσεως συνάγεται χωρίς κανένα δισταγμό πραγματική πρόθεση του μισθωτού να επιφέρει τη λύση της συμβάσεως εργασίας για το μέλλον, ερευνομένης, εν όψει των δυσμενών για το μισθωτό εκ της καταγγελίας συνεπειών, της σοβαρότητας της γενομένης δηλώσεως αυτού, ιδίως δε αν αύτη επιχειρείται υπό το κράτος συγχύσεως, ευλόγου αμφιβολίας, πλάνης κ.λπ., του εργοδότου έχοντας το βάρος της αποδείξεως της υπό του μισθωτού καταγγελίας της συμβάσεως, οσάκις η τελευταία αμφισβητείται από τον μισθωτό, ιδίως δε όταν ο εργοδότης προβάλλει έναντι του μισθωτού την υπό του τελευταίου καταγγελία (Α.Π. 187/57 - 255/68 - 202/69 - 315/69 - 948/79 - 162/83 - 1792/87 - 6/89 - 411/89 - 331/77 - Μ.Π. Αθηνών 3219/74 - 267/75 - 1044/89 - 375/94 - Μ.Π.Π. 2941/82 - Νομ. Συμβ. Κρ. 147/82 κ.λπ.).
γ) Από τα αμέσως ανωτέρω συνάγεται ότι ανάκληση της καταγγελίας της εργασιακής συμβάσεως που γίνεται μετά την περιέλευση αυτής στο πρόσωπο προς το οποίο απευθύνεται, δεν έχει καμία νομική ενέργεια, γιατί με μονομερή δήλωση του καταγγέλοντος δε μπορεί να ανασυσταθεί η λυθείσα σύμβαση εργασίας. Ανάκληση επιτρέπεται μόνον αν ρητώς ή σιωπηρώς αποδεχθεί την ανάκληση ο λήπτης αυτής. Μπορεί όμως, η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας ως δικαιοπραξία, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 140, 147, 150 και 154 του Αστικού Κώδικα, να ακυρωθεί με δικαστική απόφαση αν έγινε μετά από πλάνη, απάτη ή απειλή, οπότε εξομοιώνεται με την εξ’ αρχής άκυρη. Ειδικότερα από τις διατάξεις των άρθρων 140, 141 και 142 του Αστικού Κώδικα προκύπτει ότι η πλάνη αποτελεί λόγο ακυρώσεως της δικαιοπραξίας, όταν συνεπεία αυτής, η δήλωση που έγινε δεν συμφωνεί με τη βούληση του δηλούντος και είναι ουσιώδης, αναφέρεται δηλαδή, σε σημείο τέτοιας σπουδαιότητας για την όλη δικαιοπραξία, ώστε αν ο πλανηθείς εγνώριζε την αληθινή κατάσταση δεν θα επιχειρούσε τη δικαιοπραξία. Σε πλάνη δε βρίσκεται, τόσο αυτός που έχει εσφαλμένη γνώση της πραγματικής καταστάσεως όσο και εκείνος που έχει άγνοια περί αυτής. Η άγνοια όμως πρέπει να είναι ανεπίγνωστη, να μην είναι συνειδητή, γιατί αυτός που γνωρίζει ότι βρίσκεται σε άγνοια ή διατηρεί αμφιβολίες για την αλήθεια ορισμένης καταστάσεως και παρ’ όλα αυτά ενεργεί, δεν βρίσκεται σε πλάνη. Την ακύρωση της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας μπορεί να ζητήσει από το δικαστήριο μόνο αυτός που πλανήθηκε, ή απατήθηκε, ή απειλήθηκε και οι κληρονόμοι του (Α.Π. 1792/87 - 636/90 - 268/87 - Μ.Π. Αθηνών 375/94 κ.λπ.).
δ) Οπως προκύπτει από τα ανωτέρω (α) και (β) σχετικά, ο εργαζόμενος, περί του οποίου πρόκειται, κατέθεσε στον οικείο ασφαλιστικό του Οργανισμό αίτηση χορηγήσεως συντάξεως γήρατος και την 31.10.1996 κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας που τον συνέδεε με την εταιρία σας από 2.1.1975 και απεχώρησε απ’ αυτήν, προσκομίζοντάς σας την 1.11.1996 αντίγραφο της αιτήσεως έχοντας προφανώς υπ’ όψη του τις σχετικές διατάξεις του άρθρου 5, παρ. 1, του Ν.435/1976 (ΦΕΚ 251/Α’/76) οι οποίες προβλέπουν την καταβολή αποζημιώσεως στους έχοντας συμπληρώσει τις προϋποθέσεις λήψεως πλήρους συντάξεως γήρατος, κατά τα ειδικότερον σ’ αυτές οριζόμενα.
Κατόπιν των ανωτέρω, εάν πράγματι υφίσταται καταγγελία της συμβάσεως εργασίας εκ μέρους του εργαζομένου, ο εργαζόμενος αυτός έχει τη δυνατότητα είτε να προβεί σε ανάκληση αυτής όποτε η επαναπρόσληψή του εξαρτάται από την αποδοχή της ανακλήσεως εκ μέρους της επιχείρησης, είτε να ζητήσει από το δικαστήριο την ακύρωσή της λόγω πλάνης κ.λπ.»
β) Η καταγγελία δε αυτή, όπως συνάγεται από τις διατάξεις των προαναφερθέντων νομοθετημάτων, σε συνδυασμό προς αυτές των άρθρων 167 και 168 του Αστικού Κώδικα, αποτελεί, κατά τη νομική αυτής φύση, μονομερή αναιτιώδη κατά κανόνα δικαιοπραξία συνιστώσα ενάσκηση διαπλαστικού δικαιώματος, γνωστοποιείται προς αυτόν τον οποίον απευθύνεται, δεν χρήζει αποδοχών εκ μέρους αυτού, παράγει δε τα έννομα αποτελέσματά της, τη λύση δηλαδή της συμβάσεως εργασίας, κατά την υπό του άρθρου 167 του Αστικού Κώδικα καθιερωμένη θεωρία της λήψεως, από τότε που η σχετική σαφής περί καταγγελίας δήλωση περιέλθει κατά νόμιμον τρόπον σ’ αυτόν προς τον οποίον απευθύνεται, τηρουμένων προηγουμένως ορισμένων τυπικών, υπό των ως άνω διατάξεων προβλεπομένων, προϋποθέσεων οσάκις αύτη λαμβάνει χώραν υπό του εργοδότου, ενώ οσάκις ενεργείται υπό του μισθωτού δεν υποβάλλεται σε κάποιο τύπο (άρθρο 158, Αστικού Κώδικα) δυναμένη να γίνει εγγράφως και προφορικώς, ρητώς και σιωπηρώς. Μορφή σιωπηράς καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας εκ μέρους του μισθωτού αποτελεί και η παραίτηση αυτού, η οποία ως μη πανηγυρική δικαιοπραξία, πρέπει να προκύπτει εκ της όλης συμπεριφοράς αυτού και να γίνεται δεκτή μόνον όταν εκ των ειδικών συνθηκών της συγκεκριμένης περιπτώσεως συνάγεται χωρίς κανένα δισταγμό πραγματική πρόθεση του μισθωτού να επιφέρει τη λύση της συμβάσεως εργασίας για το μέλλον, ερευνομένης, εν όψει των δυσμενών για το μισθωτό εκ της καταγγελίας συνεπειών, της σοβαρότητας της γενομένης δηλώσεως αυτού, ιδίως δε αν αύτη επιχειρείται υπό το κράτος συγχύσεως, ευλόγου αμφιβολίας, πλάνης κ.λπ., του εργοδότου έχοντας το βάρος της αποδείξεως της υπό του μισθωτού καταγγελίας της συμβάσεως, οσάκις η τελευταία αμφισβητείται από τον μισθωτό, ιδίως δε όταν ο εργοδότης προβάλλει έναντι του μισθωτού την υπό του τελευταίου καταγγελία (Α.Π. 187/57 - 255/68 - 202/69 - 315/69 - 948/79 - 162/83 - 1792/87 - 6/89 - 411/89 - 331/77 - Μ.Π. Αθηνών 3219/74 - 267/75 - 1044/89 - 375/94 - Μ.Π.Π. 2941/82 - Νομ. Συμβ. Κρ. 147/82 κ.λπ.).
γ) Από τα αμέσως ανωτέρω συνάγεται ότι ανάκληση της καταγγελίας της εργασιακής συμβάσεως που γίνεται μετά την περιέλευση αυτής στο πρόσωπο προς το οποίο απευθύνεται, δεν έχει καμία νομική ενέργεια, γιατί με μονομερή δήλωση του καταγγέλοντος δε μπορεί να ανασυσταθεί η λυθείσα σύμβαση εργασίας. Ανάκληση επιτρέπεται μόνον αν ρητώς ή σιωπηρώς αποδεχθεί την ανάκληση ο λήπτης αυτής. Μπορεί όμως, η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας ως δικαιοπραξία, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 140, 147, 150 και 154 του Αστικού Κώδικα, να ακυρωθεί με δικαστική απόφαση αν έγινε μετά από πλάνη, απάτη ή απειλή, οπότε εξομοιώνεται με την εξ’ αρχής άκυρη. Ειδικότερα από τις διατάξεις των άρθρων 140, 141 και 142 του Αστικού Κώδικα προκύπτει ότι η πλάνη αποτελεί λόγο ακυρώσεως της δικαιοπραξίας, όταν συνεπεία αυτής, η δήλωση που έγινε δεν συμφωνεί με τη βούληση του δηλούντος και είναι ουσιώδης, αναφέρεται δηλαδή, σε σημείο τέτοιας σπουδαιότητας για την όλη δικαιοπραξία, ώστε αν ο πλανηθείς εγνώριζε την αληθινή κατάσταση δεν θα επιχειρούσε τη δικαιοπραξία. Σε πλάνη δε βρίσκεται, τόσο αυτός που έχει εσφαλμένη γνώση της πραγματικής καταστάσεως όσο και εκείνος που έχει άγνοια περί αυτής. Η άγνοια όμως πρέπει να είναι ανεπίγνωστη, να μην είναι συνειδητή, γιατί αυτός που γνωρίζει ότι βρίσκεται σε άγνοια ή διατηρεί αμφιβολίες για την αλήθεια ορισμένης καταστάσεως και παρ’ όλα αυτά ενεργεί, δεν βρίσκεται σε πλάνη. Την ακύρωση της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας μπορεί να ζητήσει από το δικαστήριο μόνο αυτός που πλανήθηκε, ή απατήθηκε, ή απειλήθηκε και οι κληρονόμοι του (Α.Π. 1792/87 - 636/90 - 268/87 - Μ.Π. Αθηνών 375/94 κ.λπ.).
δ) Οπως προκύπτει από τα ανωτέρω (α) και (β) σχετικά, ο εργαζόμενος, περί του οποίου πρόκειται, κατέθεσε στον οικείο ασφαλιστικό του Οργανισμό αίτηση χορηγήσεως συντάξεως γήρατος και την 31.10.1996 κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας που τον συνέδεε με την εταιρία σας από 2.1.1975 και απεχώρησε απ’ αυτήν, προσκομίζοντάς σας την 1.11.1996 αντίγραφο της αιτήσεως έχοντας προφανώς υπ’ όψη του τις σχετικές διατάξεις του άρθρου 5, παρ. 1, του Ν.435/1976 (ΦΕΚ 251/Α’/76) οι οποίες προβλέπουν την καταβολή αποζημιώσεως στους έχοντας συμπληρώσει τις προϋποθέσεις λήψεως πλήρους συντάξεως γήρατος, κατά τα ειδικότερον σ’ αυτές οριζόμενα.
Κατόπιν των ανωτέρω, εάν πράγματι υφίσταται καταγγελία της συμβάσεως εργασίας εκ μέρους του εργαζομένου, ο εργαζόμενος αυτός έχει τη δυνατότητα είτε να προβεί σε ανάκληση αυτής όποτε η επαναπρόσληψή του εξαρτάται από την αποδοχή της ανακλήσεως εκ μέρους της επιχείρησης, είτε να ζητήσει από το δικαστήριο την ακύρωσή της λόγω πλάνης κ.λπ.»