Μερικές ενότητες βρίσκονται υπό κατασκευή.
Μην λαμβάνετε τίποτα ως δεδομένη διακασία. Να διασταυρώνετε πάντα την όποια πληροφορία βρίσκετε διαδικτυακά με τις αντίστοιχες υπηρεσίες.
Η σελίδα είναι ιδιωτική πρωτοβουλία και δεν υποστηρίζεται από τρίτους ή και δημόσιους φορείς.
Όλα τα άρθρα που αναφέρονται σε ΦΕΚ έχουν σύνδεσμο (τίτλος.pdf) για να ανοίξετε, κατεβάσετε, εκτυπώσετε το ΦΕΚ

menu

Χρονικά Όρια Εργασίας

Χρονικά Όρια Εργασίας



Χρήσιμα έγγραφα

Κανονική άδεια και Έντυπο Ε11.doc

Ερμηνευτική Εγκύκλιος για την εφαρμογή των υποπαραγράφων ΙΑ.13 και ΙΑ.14 του άρθρου πρώτου του Ν.4093_2012.pdf

Ερμηνευτική Εγκύκλιος επί του άρθρου 1 του Ν.3302_2004.pdf

Τα χρονικά όρια εργασίας διαμορφώνουν συμπληρωματικά προς τους άλλους όρους απασχόλησης και αμοιβής των εργαζομένων, τις πραγματικές συνθήκες υπό τις οποίες αυτοί παρέχουν την εργασία τους. Ειδικότερα, οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας για τα χρονικά όρια αναφέρονται στον προσδιορισμό του χρόνου εργασίας, στην έννοια του ωραρίου (νόμιμο-συμβατικό), στην παροχή της υπερεργασίας και τη συμπληρωματική αμοιβή αυτής, στην έννοια της υπερωριακής απασχόλησης, τις νόμιμες διατυπώσεις και διαδικασίες έγκρισης που τη συνοδεύουν καθώς και τον τρόπο αμοιβής αυτής, στην ανώτατη επιτρεπόμενη ημερήσια και εβδομαδιαία εργασία, στις ελάχιστες περιόδους ημερήσιας και εβδομαδιαίας ανάπαυσης που πρέπει να χορηγούνται στους εργαζομένους, σε θέματα παροχής εργασίας κατά τις Κυριακές και τις ημέρες των αργιών, στην παροχή νυκτερινής εργασίας, στη χορήγηση της ετήσιας κανονικής άδειας των εργαζομένων καθώς και σε θέματα οργάνωσης του χρόνου εργασίας (διευθέτηση, εργασία εναλλασσόμενων ομάδων, χορήγηση διαλειμμάτων κ.α).



Τα ανωτέρω θέματα ανήκουν στην αρμοδιότητα του τμήματος Χρονικών Ορίων Εργασίας της Δ/νσης Ατομικών Ρυθμίσεων​.​


Συχνές Ερωτήσεις

Πόσες ημέρες άδειας δικαιούται ο εργαζόμενος και ποιος ο τρόπος χορήγησής της ;

​Κάθε μισθωτός ο οποίος συνδέεται με σύμβαση εξαρτημένης σχέσης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου, δικαιούται να λάβει ετήσια άδεια με αποδοχές από την έναρξη της απασχόλησής του σε συγκεκριμένη υπόχρεη επιχείρηση, χωρίς να απαιτείται η συμπλήρωση βασικού χρόνου εργασίας (παρ. 1 του άρθρου 2 του Α.Ν. 539/1945, όπως τροποποιήθηκε από την παράγραφο 1 του άρθρου 13 του Ν. 3227/2004 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του Ν. 3302/2004).

Η άδεια αυτή χορηγείται από τον εργοδότη αναλογικά (ποσοστό) με βάση το χρονικό διάστημα που απασχολήθηκε ο εργαζόμενος στον εργοδότη αυτόν. Η αναλογία της χορηγούμενης άδειας υπολογίζεται βάσει ετήσιας αδείας 20 εργασίμων ημερών επί πενθημέρου εβδομαδιαίας εργασίας και 24 εργασίμων ημερών επί εξαημέρου, η οποία αντιστοιχεί σε 12 μήνες συνεχούς απασχόλησης. Ο εργοδότης υποχρεούται μέχρι τη λήξη του πρώτου ημερολογιακού έτους εντός του οποίου προσελήφθη ο μισθωτός, να χορηγήσει τμηματικά την ετήσια κανονική άδεια με αποδοχές, η οποία αναλογεί στο χρόνο απασχόλησής του στην υπόχρεη επιχείρηση. Κατά το δεύτερο ημερολογιακό έτος ο μισθωτός δικαιούται να λάβει την ετήσια κανονική άδεια με αποδοχές, η οποία αναλογεί στο χρόνο απασχόλησής του στην υπόχρεη επιχείρηση και υπολογίζεται όπως ανωτέρω. Η άδεια αυτή επαυξάνεται κατά μία (1) εργάσιμη ημέρα για κάθε έτος απασχόλησης επιπλέον του πρώτου μέχρι τις είκοσι έξι (26) εργάσιμες ημέρες σε περίπτωση εξαήμερης εβδομαδιαίας εργασίας ή μέχρι τις είκοσι δύο (22) ημέρες αν στην επιχείρηση εφαρμόζεται σύστημα πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας. Κατά το τρίτο ημερολογιακό έτος καθώς και τα επόμενα ο μισθωτός δικαιούται να λάβει ολόκληρη την ετήσια άδειά του σε κάθε χρονικό σημείο του έτους αυτού.

Εργαζόμενοι που έχουν συμπληρώσει υπηρεσία 10 ετών στον ίδιο εργοδότη ή προϋπηρεσία 12 ετών σε οποιονδήποτε εργοδότη και με οποιαδήποτε σχέση εργασίας, δικαιούνται άδεια 30 εργάσιμων ημερών, αν εφαρμόζεται σύστημα εξαήμερης εβδομαδιαίας εργασίας και 25 εργάσιμων ημερών, αν εφαρμόζεται σύστημα πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας (αρ.3 της Ε.Γ.Σ.Σ.Ε.2008/2009). Από 01-01-2008 δε, μετά τη συμπλήρωση 25ετούς υπηρεσίας ή προϋπηρεσίας, οι εργαζόμενοι δικαιούνται 1 επιπλέον ημέρα αδείας, δηλαδή συνολικά 31 εργάσιμες ημέρες επί συστήματος εξαήμερης εβδομαδιαίας εργασίας και 26 εργάσιμες ημέρες επί συστήματος πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας αντίστοιχα.

Η χρονική περίοδος χορήγησης της ετήσιας άδειας κανονίζεται με συμφωνία μεταξύ του μισθωτού και του εργοδότη του. Σε κάθε περίπτωση, ο τελευταίος υποχρεούται να χορηγήσει την άδεια στο μισθωτό που υπέβαλλε σχετικό αίτημα μέσα σε δύο μήνες από τη διατύπωση του αιτήματος (παρ. 1 του άρθρου 4 του Α.Ν. 539/1945).

Η κανονική άδεια θα πρέπει να χορηγείται από τον εργοδότη κατά τέτοιο τρόπο ώστε να έχει εξαντληθεί έως την 31η Δεκεμβρίου εκάστου ημερολογιακού έτους ακόμη και εάν δεν έχει ζητηθεί από τον εργαζόμενο (άρθρο 4 του Α.Ν. 539/1945, όπως τροποποιήθηκε με την παρ. 15 του άρθρου 3 του Ν. 4504/1966, σε συνδυασμό με την παρ. 1 του άρθρου 2 του Α.Ν. 539/1945, όπως ισχύει, με το άρθρο 1 του Ν. 3302/2004, καθώς και την αρ.πρ. 3392/1-3-2005 Εγκύκλιο επί του άρθρου αυτού). Με τη λήξη του ημερολογιακού έτους, η αξίωση για την άδεια μετατρέπεται σε χρηματική εφ' όσον δεν επιτρέπεται μεταφορά της αδείας σε επόμενο έτος, έστω και αν αυτό έγινε με τη συναίνεση του εργαζομένου.

Ποια η έννοια της υπερεργασίας και της υπερωριακής απασχόλησης και ποια προσαύξηση δικαιούνται οι εργαζόμενοι για την παροχή τους;

​Για τις επιχειρήσεις στις οποίες εφαρμόζεται συμβατικό ωράριο έως 40 ώρες την εβδομάδα, η απασχόληση 5 ωρών επιπλέον εβδομαδιαίως, καθιερώθηκε ως υπερεργασία, η πραγματοποίηση της οποίας ανήκει στην διακριτική ευχέρεια του εργοδότη (άρθρο 1 του Ν. 3385/2005 όπως αντικαταστάθηκε και ισχύει από το άρθρο 74 του Ν.3863/2010). Σε όσες περιπτώσεις εφαρμόζεται εβδομαδιαίο σύστημα εργασίας 6 εργασίμων ημερών, οι ώρες υπερεργασίας ανέρχονται σε 8 την εβδομάδα. Οι πέντε (5) ώρες υπερεργασίας επί πενθημέρου (41η, 42η, 43η, 44η, 45η) και οι οκτώ (8) ώρες εργασίας επί εξαημέρου (41η έως 48η) αμείβονται με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 20% και δεν συνυπολογίζονται στα επιτρεπόμενα όρια υπερωριακής απασχόλησης.

Η απασχόληση πέραν των 45 ωρών την εβδομάδα (επί πενθημέρου) ή των 48 ωρών (επί εξαημέρου), θεωρείται υπερωριακή απασχόληση και διέπεται από όλες τις νόμιμες συνέπειες, διατυπώσεις και διαδικασίες έγκρισης (παρ. 2 του άρθρου 1 του Ν. 3385/2005). Εξ άλλου ως υπερωριακή απασχόληση θεωρείται η υπέρβαση του νομίμου ωραρίου των 9 ωρών ημερησίως, επί πενθημέρου (άρ. 6 της ΕΓΣΣΕ 16-2-1975, ΑΠ 119/1997), καθώς και η υπέρβαση του νομίμου ωραρίου των 8 ωρών ημερησίως, επί εξαημέρου (ΑΠ 247/2003).

Με αποφάσεις του Υπουργού Εργασίας που εκδίδονται κατά τους μήνες Δεκέμβριο και Ιούνιο κάθε έτους μετά από γνώμη του Ανωτάτου Συμβουλίου Εργασίας καθορίζονται τα ανώτατα όρια υπερωριακής εργασίας των μισθωτών είτε για όλη την Επικράτεια είτε για ορισμένες περιφέρειες ή γενικά ή κατά παραγωγικούς κλάδους ή κατά ειδικότητες. Κάθε απόφαση καθορίζει το ανώτατο όριο των υπερωριών που επιτρέπεται να πραγματοποιηθούν στο επόμενο από την έκδοσή της, ημερολογιακό εξάμηνο (άρθρο 4 του Π. Δ/τος της 27.6/4.7.1932 "περί κωδικοποιήσεως και συμπληρώσεως των περί 8ώρου εργασίας διατάξεων" όπως αντικαταστάθηκε από την παρ Ι, του άρθρου 1 του Ν.Δ. 515/1970).

Για εργαζόμενους οι οποίοι δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των παραπάνω αποφάσεων (δηλαδή στα προβλεπόμενα στο άρθρο 1 του Ν.Δ./τος 515/1970) επιτρέπεται η υπέρβαση του ωραρίου εργασίας για 2 ώρες ημερησίως και έως 120 ώρες το χρόνο (περίπτωση 2 της υποπαρ. ΙΑ13, της παρ.ΙΑ, του άρθρου πρώτου του Ν.4093/2012).

Οι μισθωτοί που απασχολούνται υπερωριακά δικαιούνται για κάθε ώρα νόμιμης υπερωριακής απασχόλησης, εντός των ορίων που προβλέπονται από τις υπουργικές αποφάσεις ή μέχρι τη συμπλήρωση των 120 ωρών ετησίως, αμοιβή ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 40% .

Περαιτέρω, προβλέπεται η χορήγηση άδειας υπερωριακής απασχόλησης των μισθωτών όλων των επιχειρήσεων και εργασιών γενικά, επί πλέον των νομίμων για κάθε κατηγορία ορίων, με αποφάσεις του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης μετά από γνώμη του Ανωτάτου Συμβουλίου Εργασίας, σε περιπτώσεις επείγουσας φύσεως εργασίας που η εκτέλεσή της κρίνεται απόλυτα αναγκαία και δεν επιδέχεται αναβολή (παρ. 4 του άρθρου 8 του Ν.Δ. 515/1970 η οποία προστέθηκε με το άρθρο 1 του Ν.Δ. 264/1973 και αντικαταστάθηκε από την παρ.11 του άρθρου 74 του Ν.3863/2010). Η αμοιβή για τις ώρες υπερωριακής απασχόλησης που εγκρίνονται με τη διαδικασία αυτή φθάνει το 60% επί του καταβαλλομένου ωρομισθίου.

Ο μισθωτός σε περίπτωση μη νόμιμης υπερωριακής απασχόλησής του, δικαιούται αποζημίωση ίση με το 80% του καταβαλλόμενου ωρομισθίου (άρθρο 74 του Ν.3863/2010).

Ποια είναι η ελάχιστη ημερήσια - εβδομαδιαία ανάπαυση και ποια τα ανώτατα όρια απασχόλησης;

​Για κάθε περίοδο είκοσι τεσσάρων (24) ωρών, η οποία έχει ως έναρξη την 00.01' και λήξη την 24.00' ώρα, καθιερώνεται ελάχιστη ημερήσια ανάπαυση έντεκα (11) συνεχών ωρών (περίπτωση 2 της υποπαραγράφου ΙΑ.14 του άρθρου πρώτου του Ν. 4093/2012, με την οποία αντικαταστάθηκε το άρθρο 3 του Π.Δ. 88/1999). Η ελάχιστη αυτή ημερήσια ανάπαυση ισχύει και για τις περιπτώσεις των βαρδιών, έτσι όπως αυτές προβλέπονται ως σύστημα εργασίας στο Π.Δ. 88/99 (ερμηνευτική εγκύκλιος με αριθμ. πρωτ. 26352/839/28-11-2012 της Γενικής Γραμματέως του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας). Ως εκ τούτου, θα πρέπει από τη λήξη της μιας βάρδιας μέχρι την έναρξη της επόμενης, ο εργαζόμενος που απασχολείται με το σύστημα των βαρδιών να λαμβάνει ημερήσια ανάπαυση 11 συνεχών ωρών.

Στους εργαζόμενους πρέπει να εξασφαλίζεται ανά εβδομάδα, ελάχιστη περίοδος συνεχούς ανάπαυσης εικοσιτεσσάρων (24) ωρών, η οποία συμπεριλαμβάνει κατ΄ αρχήν την Κυριακή, ανάλογα με τις ισχύουσες για κάθε κατηγορία εργαζομένων διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας και πρακτικές, στις οποίες προστίθενται και οι συνεχείς ώρες ημερήσιας ανάπαυσης του άρθρου 3 του Π.Δ.88/1999 (άρθρο 5 του Π.Δ. 88/1999 όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 3 του Π.Δ. 76/2005).

Με το άρθρο 2 του Π.Δτος 27.06.1932, καθιερώθηκε η οκτάωρη ημερήσια απασχόληση για τους εργαζομένους στις βιομηχανίες και στις βιοτεχνίες. Με άλλες διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας η οκτάωρη ημερήσια απασχόληση επεκτάθηκε για το σύνολο των εργαζομένων της χώρας.

Με το άρθρο 6 της ΕΓΣΣΕ της 26ης Φεβρουαρίου του 1975, όπως αυτό ερμηνεύθηκε από τη σχετική νομολογία των Δικαστηρίων (ΑΠ 247/2003, ΑΠ 804/2003 και ΑΠ 1215/2004) το νόμιμο ημερήσιο ωράριο εργασίας σε σύστημα πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας ορίστηκε ρητώς σε 9 ώρες.

Ο χρόνος εβδομαδιαίας εργασίας των μισθωτών δεν μπορεί να υπερβαίνει ανά περίοδο το πολύ τεσσάρων (4) μηνών τις σαράντα οκτώ (48) ώρες κατά μέσο όρο, συμπεριλαμβανομένων των υπερωριών. Οι περίοδοι ετήσιας άδειας μετ' αποδοχών και οι περίοδοι άδειας ασθενείας δεν συνεκτιμώνται ή είναι ουδέτερες, όσον αφορά τον υπολογισμό του μέσου όρου (άρθρο 6 του Π.Δ. 88/1999).

Τι ισχύει για την απασχόληση κατά την Κυριακή και τις ημέρες των αργιών;

​​​​​​Στην ελληνική εργατική νομοθεσία (Β.Δ. 748/1966) προβλέπεται απαγόρευση κάθε βιομηχανικής, βιοτεχνικής και εμπορικής εργασίας και κάθε επαγγελματικής γενικά δραστηριότητας κατά τις Κυριακές (χρονικό διάστημα που αρχίζει από τις 24:00 του Σαββάτου και λήγει στις 24:00 Κυριακή) και τις καθιερωμένες από το νόμο ως ημέρες αργίας, συναφώς δε, απαγορεύεται και η απασχόληση του προσωπικού αυτών. Ωστόσο υφίστανται εξαιρέσεις από την εν λόγω απαγόρευση, οι οποίες συνδέονται με συγκεκριμένες κατηγορίες επιχειρήσεων ή απασχολουμένων (άρθρα 2, 7 και 9 του ως άνω Β.Δ/τος).

Ως ημέρες υποχρεωτικής αργίας στον ιδιωτικό τομέα, ορίζονται: α) η 25η Μαρτίου , β) η Δευτέρα του Πάσχα , γ) η εορτή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου (15η Αυγούστου) δ) η γιορτή της γεννήσεως του Χριστού (25η Δεκεμβρίου) ε) η 1η Μαΐου και στ) η 26η Δεκεμβρίου, ενώ ως ημέρα προαιρετικής αργίας, σύμφωνα με την κρίση του εργοδότη, καθορίζεται η 28η Οκτωβρίου (σύμφωνα με το α) άρθρο 4 του Β.Δ. 748/1966, β) το άρθρο 14 του Ν.4468/2017 και γ) την με αρ. πρωτ. 59635/1063/13-12-2017 Απόφαση της Υπουργού Εργασίας Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης).

Όσοι απασχολούνται τις Κυριακές και τις ημέρες των παραπάνω αργιών (με εξαίρεση την περίπτωση της 26ης Δεκεμβρίου), ανεξαρτήτως του κύρους της συμφωνίας για την απασχόλησή τους αυτή, δικαιούνται να λάβουν πρόσθετη αμοιβή η οποία ανέρχεται στο 75% του 1/25 του νομίμου μηνιαίου μισθού ή του νομίμου ημερομισθίου (σύμφωνα με α) το άρθρο 2 του Ν.Δ. 3755/1957 όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 2 του Ν.435/1976 και β) τις Κ Υ Α με αριθμ. 8900/1946 και 25825/1951 των Υπουργών Εργασίας και Οικονομικών).

Όσοι από τους μισθωτούς απασχολούνται πάνω από πέντε ώρες την Κυριακή δικαιούνται να λάβουν αναπληρωματική εβδομαδιαία ανάπαυση διάρκειας 24 ωρών σε άλλη εργάσιμη μέρα της εβδομάδας, που αρχίζει από την Κυριακή την οποία απασχολήθηκαν. Σε περίπτωση απασχόλησης λιγότερες από πέντε ώρες, ο εργαζόμενος δύναται να ζητήσει ισόχρονη αναπληρωματική ανάπαυση. Διευκρινίζεται ότι αναπληρωματική εβδομαδιαία ανάπαυση δικαιούνται μόνο όσοι απασχολούνται τις Κυριακές όχι όμως και τις εξαιρέσιμες εορτές (άρθρο 10 του Β.Δ. 748/1966)

Ποια η διαδικασία της διευθέτησης του χρόνου εργασίας;

​​Με το άρθρο 42 του Ν. 3986/2011 «Επείγοντα Μέτρα Εφαρμογής Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2012-2015», το οποίο αντικατέστησε το άρθρο 7 του Ν. 3846/2010, θεσμοθετήθηκε εκ νέου το σύστημα διευθέτησης του χρόνου εργασίας. Ειδικότερα, με τη νεότερη διάταξη δίνεται η δυνατότητα σε επιχειρήσεις στις οποίες εφαρμόζεται συμβατικό ωράριο εργασίας έως σαράντα (40) ώρες εβδομαδιαίως, να εφαρμόζουν για μία χρονική περίοδο, σύστημα αυξημένης απασχόλησης (δύο ώρες την ημέρα επιπλέον των οκτώ ωρών), υπό την προϋπόθεση ότι οι επιπλέον των σαράντα, ή του μικρότερου συμβατικού ωραρίου, ώρες εργασίας την εβδομάδα θα αφαιρούνται από τις ώρες εργασίας μιας άλλης χρονικής περιόδου, περίοδο μειωμένης απασχόλησης. Το χρονικό διάστημα των περιόδων αυξημένης και μειωμένης απασχόλησης δεν μπορεί να υπερβαίνει συνολικά τους έξι (6) μήνες σε διάστημα δώδεκα (12) μηνών (περίοδος αναφοράς).

Περαιτέρω, στις ως άνω επιχειρήσεις, αντί της κατά την προηγούμενη παράγραφο διευθέτησης, δύναται μέχρι διακόσιες πενήντα έξι (256) ώρες εργασίας από το συνολικό χρόνο απασχόλησης εντός ενός (1) ημερολογιακού έτους, να κατανέμονται με αυξημένο αριθμό ωρών σε ορισμένες χρονικές περιόδους, που δεν μπορούν να υπερβαίνουν τις τριάντα δύο (32) εβδομάδες ετησίως και με αντιστοίχως μειωμένο αριθμό ωρών κατά το λοιπό διάστημα του ημερολογιακού έτους.

Και στις δύο προηγούμενες περιπτώσεις προς αντιστάθμιση των πρόσθετων ωρών που εργάσθηκε κατά την περίοδο της αυξημένης απασχόλησης δύναται, να χορηγείται στον εργαζόμενο, αντί μειώσεως των ωρών εργασίας, ανάλογη ημερήσια ανάπαυση (ρεπό) ή συνδυασμός μειωμένων ωρών και ημερών αναπαύσεως. Ειδικότερα στην περίπτωση της ετήσιας διευθέτησης (βλ. προηγούμενη παράγραφο) δύναται να χορηγείται στον εργαζόμενο ανάλογη προσαύξηση της ετήσιας άδειας με αποδοχές ή συνδυασμός μειωμένων ωρών και ημερών αδείας.

Η διευθέτηση του χρόνου εργασίας υιοθετείται με επιχειρησιακές συλλογικές συμβάσεις εργασίας ή με συμφωνίες του εργοδότη και του επιχειρησιακού σωματείου ή του εργοδότη και του συμβουλίου των εργαζομένων ή του εργοδότη και των ενώσεων προσώπων. Η ένωση προσώπων μπορεί να συσταθεί από το είκοσι πέντε τοις εκατό (25%) τουλάχιστον των εργαζομένων στην επιχείρηση που απασχολεί πάνω από είκοσι (20) εργαζομένους και δεκαπέντε τοις εκατό (15%) εφόσον ο συνολικός αριθμός των εργαζομένων στην επιχείρηση είναι κατ` ανώτατο αριθμό είκοσι (20) εργαζόμενοι.

Οι επιχειρησιακές συλλογικές συμβάσεις και οι συμφωνίες της προηγούμενης παραγράφου κατατίθενται στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας, σύμφωνα με το άρθρο 5 του Ν.1876/1990.

Ανάλογα με τις ιδιαιτερότητες του κλάδου ή της επιχείρησης δύναται με επιχειρησιακές και κλαδικές ΣΣΕ να καθορίζεται άλλο σύστημα διευθέτησης του χρόνου εργασίας (παρ.7 του άρθρου 42 του Ν. 3986/2011).