Τί προβλήματα δημιουργούνται από το «κλείσιμο» των Τραπεζών και πώς μπορούν να αντιμετωπισθούν;
1. Η υποχρεωτική παύση της λειτουργίας των Τραπεζών, με σχετική Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου, δηλαδή με Πράξη της Αρχής, συνιστά ανωτέρα βία, δηλαδή γεγονός απρόβλεπτο στην συγκεκριμένη περίπτωση, το οποίο ήταν αδύνατον να αποτραπή ακόμη και δια μέτρων άκρας επιμελείας και συνέσεως.
Κατά το άρθρο 656 ΑΚ, όπως έχει διαμορφωθή με τον Ν. 4139/13 άρθρο 61 (ΔΕΝ 2013 σελ. 406), δικαίωμα λήψεως μισθού (καθώς και δικαίωμα να ζητήση ο μισθωτός την πραγματική απασχόλησή του, όταν η επιχείρηση λειτουργή) γεννάται και όταν ο εργοδότης κατέστη υπερήμερος, με αποτέλεσμα να μη μπορή να αποδεχθή την εργασία από λόγους που τον αφορούν και δεν οφείλονται σε ανωτέρα βία. Κατ’ αντιδιαστολήν προκύπτει ότι όταν συντρέχουν λόγοι οφειλόμενοι σε ανωτέρα βία, ο εργοδότης απαλλάσσεται από την υποχρέωση καταβολής μισθού.
2. Έτσι οι Τράπεζες ως εργοδότες (καθώς και όσες επιχειρήσεις, ως εκ του αντικειμένου τους συνδέονται στενώς με την λειτουργία των Τραπεζών), απαλλάσσονται κατά τα ανωτέρω από την υποχρέωση καταβολής αποδοχών στους υπαλλήλους οι οποίοι δεν κατέστη δυνατόν να απασχοληθούν, αφού οι Τράπεζες παρέμειναν κλειστές. Εννοείται ότι δικαιούνται των κανονικών τους αποδοχών όσοι από τους υπαλλήλους απασχοληθούν και για όσο χρόνο απασχοληθούν. Υποστηρίζεται πάντως ότι διατηρείται το δικαίωμα λήψεως αποδοχών κατά το άρθρο 657 ΑΚ, αφού το «κλείσιμο» των Τραπεζών αποτελεί και ανυπαίτιο κώλυμα παροχής της εργασίας για τους μισθωτούς (και Πολ. Πρωτ. Βόλου 130/08 και Ειρην. Χαλκίδος 146/09 - ΔΕΝ 2009 σελ. 697 και 700).
3. Η παραμονή των Τραπεζών κλειστών δημιουργεί σειρά προβλημάτων στις Επιχειρήσεις και λοιπούς εργοδότες, όπως είναι η αδυναμία εφοδιασμού με πρώτες ύλες, απαραίτητες για την λειτουργία τους, λόγω της περιωρισμένης ή και ανυπάρκτου ρευστότητος.
4. Ο περιορισμός αυτός στην οικονομική δραστηριότητα των επιχειρήσεων που συνεχίζουν να λειτουργούν, απειλούνται όμως με διακοπή της δραστηριότητός τους αν συνεχισθή η οξεία έκτακτη οικονομική κρίση, θα μπορούσε να αντιμετωπισθή με τα εξής μέτρα:
α) Την θέση των μισθωτών σε διαθεσιμότητα κατά το άρθρο 4 του Ν.3846/10 (ΔΕΝ 2010 σελ. 606), στο οποίο αναφέρονται τα εξής:
«1. Οι επιχειρήσεις και εκμεταλλεύσεις, αν έχει περιοριστεί η οικονομική τους δραστηριότητα, μπορούν, αντι της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, να θέτουν εγγράφως σε διαθεσιμότητα τούς μισθωτούς τους, η οποία δεν μπορεί να υπερβεί συνολικά τούς τρεις (3) μήνες ετησίως, μόνο εφόσον προηγουμένως προβούν σε διαβούλευση με τούς νόμιμους εκπροσώπους των εργαζομένων σύμφωνα με τις διατάξεις του π.δ. 240/06 (ΦΕΚ 252 Α) και του Ν. 1767/88 (ΦΕΚ 63 Α). (...) Κατά τη διάρκεια της διαθεσιμότητας ο μισθωτός λαμβάνει το ήμισυ του μέσου όρου των τακτικών αποδοχών των δύο τελευταίων μηνών, υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης. Μετά την εξάντληση του τριμήνου, προκειμένου να τεθεί εκ νέου ο ίδιος εργαζόμενος σε διαθεσιμότητα, απαιτείται και η παρέλευση τουλάχιστον τριών (3) μηνών. Ο εργοδότης υποχρεούται να γνωστοποιεί στις οικείες Υπηρεσίες του ΣΕΠΕ, του ΙΚΑ και του ΟΑΕΔ με οποιονδήποτε τρόπο τη σχετική δήλωση περί διαθεσιμότητας, μέρους ή του συνόλου του προσωπικού του».
β) Την επιβολή συστήματος εκ περιτροπής εργασίας, μόνον όμως εφ’ όσον ο εργοδότης προηγουμένως προβή σε διαβούλευση με τούς νομίμους εκπροσώπους των εργαζομένων, κατ’ άρθρο 2 του Ν. 3846/10. Βλ. σχετική Μελέτη Ι. Πικουλα στο ΔΕΝ 2010, τεύχος 1564 σελ. 976, όπου και ΥΠΟΔΕΙΓΜΑΤΑ εγγράφων. Με τον Ν. 3899/10 (ΔΕΝ 2011 σελ. 67) το διάστημα διαρκείας της επιβαλλομένης εκ περιτροπής απασχολήσεως έχει αυξηθή από 6 μήνες σε 9 μήνες. Βλ. επίσης τα ανωτέρω ΥΠΟΔΕΙΓΜΑΤΑ και στο ΔΕΝ 2012, τεύχος 1612 σελ. Π109 επ.
γ) Σε περίπτωση περιορισμού της οικονομικής δραστηριότητος, μπορεί να συμφωνηθή με τούς μισθωτούς με έγγραφη ατομική σύμβαση, γνωστοποιούμενη εντός 8ημέρου στην Επιθεώρηση Εργασίας, οιασδήποτε μορφής Μερική Απασχόληση, κατ’ ἀρθρ. 2 του Ν. 3846/10, συμπεριλαμβανομένης και της εκ περιτροπής εργασίας (χωρίς χρονικό όριο).
δ) Η μείωση του χρόνου εργασίας με ανάλογη μείωση των αποδοχών μπορεί να προταθή από τον εργοδότη στον μισθωτό και ως «ηπιώτερο μέτρο» έναντι της καταγγελίας της συμβάσεως, σε περίπτωση περιορισμού των εργασιών της επιχειρήσεως.
Στην περίπτωση αυτή υποστηρίζεται ότι δεν εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 2 παρ. 8 του Ν. 3846/10 (παρ. 6 του προγενεστέρου Ν. 2639/98) που ορίζει ότι είναι άκυρη η καταγγελία όταν οφείλεται στην άρνηση του μισθωτού ν’ αποδεχθή την εργοδοτική πρόταση για μερική απασχόληση βλ. Δ. Σιδέρην εις ΔΕΝ 1998 σελ. 1573 (1576). Επίσης βλ. Ι. Κουκιάδη - Δ. Ζερδελή Γνωμοδότηση στο ΔΕΝ 2011 σελ. 1553 και Σημ. στο ΔΕΝ 2012 σελ. 663 υπό την Μον. Πρωτ. Αθηνών 739/12 (σελ. 659).
Για την μείωση του χρόνου απασχολήσεως ως «ηπιώτερο μέτρο» βλ. και Δ. Ζερδελήν εις ΔΕΝ 1993 σελ. 161 επ., καθώς και την ΑΠ 902/98 - ΔΕΝ 1998 σελ. 1580.
5. Ναι μεν δεν προβλέπεται στην Εργατική Νομοθεσία η χορήγηση μονομερώς της κανονικής αδείας (της οποίας ο χρόνος χορηγήσεως διακανονίζεται μεταξύ εργοδότου και μισθωτού), πλην όμως, δεδομένης της οξυτάτης κρίσεως και προς διευκόλυνσιν της επιχειρήσεως-εργοδότου η οποία απειλείται με οριστική αδυναμία λειτουργίας, με αποτέλεσμα και την περιέλευση των μισθωτών της σε ανεργία, μπορούμε να πούμε τα εξής:
Κατ’ επιταγήν του Α.Ν. 539/45 οι μισοί τουλάχιστον από τους μισθωτούς πρέπει να λαμβάνουν άδεια από 1ης Μαϊου μέχρι 30 Σεπτεμβρίου. Δεδομένου ότι διανύουμε τον μήνα Ιούλιο, ο εργοδότης δικαιούται να χορηγήσει την άδεια σε ωρισμένους από τους μισθωτούς του, κάνοντας χρήση της διατάξεως αυτής (άρθρο 4 ΑΝ 539/45). Λόγω της οικονομικής κρίσεως και της ανάγκης διατηρήσεως της επιχειρήσεως, ο εργοδότης θα μπορούσε να χορηγήσει και ομαδικώς μέρος τουλάχιστον της κανονικής αδείας. Πιστεύουμε ότι τυχόν άρνηση των μισθωτών, θα προσέκρουε κατά την παρούσα συγκυρία στην καλή πίστη και στην ειδικώτερη, ως προς τον μισθωτό, μορφή της, την υποχρέωση πίστεως έναντι του εργοδότου.
Η κατάτμηση της αδείας προβλέπεται ως γνωστόν στον Ν. 4093/12. Μία από τις μορφές της κατατμήσεως αφορά την κατάτμηση σε δύο περιόδους εξ αιτίας ιδιαιτέρως σοβαρής και επειγούσης ανάγκης της επιχειρήσεως. Στην περίπτωση αυτή το πρώτο τμήμα αδείας πρέπει να περιλαμβάνη τουλάχιστον 6 (επί εξαημέρου) ή 5 (επί πενθημέρου) εργάσιμες ημέρες και ειδικώς επί ανηλίκων, 12 ημέρες. Δεν απαιτείται έγκριση από το ΣΕΠΕ.