Μερικές ενότητες βρίσκονται υπό κατασκευή.
Μην λαμβάνετε τίποτα ως δεδομένη διακασία. Να διασταυρώνετε πάντα την όποια πληροφορία βρίσκετε διαδικτυακά με τις αντίστοιχες υπηρεσίες.
Η σελίδα είναι ιδιωτική πρωτοβουλία και δεν υποστηρίζεται από τρίτους ή και δημόσιους φορείς.
Όλα τα άρθρα που αναφέρονται σε ΦΕΚ έχουν σύνδεσμο (τίτλος.pdf) για να ανοίξετε, κατεβάσετε, εκτυπώσετε το ΦΕΚ

menu

Ν.Δ.2961/1954, ΣΥΣΤΑΣΗ ΟΑΕΔ

Περί συστάσεως Οργανισμού Απασχολήσεως και Ασφαλίσεως Ανεργίας(1)

Ν.Δ.2961/1954 (ΦΕΚ 197/Α’/25.8.1954)
[Βλ. Ν.2956/2001 (ΦΕΚ 258/Α'/6.11.2001)]

Έχοντες υπ’ όψει τας διατάξεις του άρθρου 35 του Συντάγματος και την από 27 Ιουλίου 1954 σύμφωνον γνώμην της κατά την παράγραφον 2 του αυτού άρθρου 35 Ειδικής Επιτροπής εκ Βουλευτών, προτάσει του Ημετέρου Υπουργικού Συμβουλίου, αποφασίσαμεν και διατάσσομεν:


ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ι
Υπηρεσίαι Οργανισμού και αντικείμενον αρμοδιότητος
Άρθρον 1
Σύστασις, επωνυμία, χαρακτηρισμός

1. Συνιστάται «Οργανισμός Απασχολήσεως και Ασφαλίσεως Ανεργίας» ως νομικόν πρόσωπον δημοσίου δικαίου αναφερόμενος εφεξής ως Οργανισμός και διοικούμενος κατά τας διατάξεις του παρόντος.
2. ..................(2)

(1) Σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 1 του Ν.Δ.212/1969 (ΦΕΚ 112 Α’) ορίζεται ότι:
«Ο δυνάμει του Ν.Δ.2961/1954 "περί συστάσεως Οργανισμού Απασχολήσεως και Ασφαλίσεως Ανεργίας", συσταθείς Οργανισμός Απασχολήσεως και Ασφαλίσεως Ανεργίας, μετονομάζεται εις "Οργανισμόν Απασχολήσεως Εργατικού Δυναμικού (Ο.Α.Ε.Δ.)". Ο Οργανισμός Απασχολήσεως Εργατικού Δυναμικού, αποκαλούμενος εν τοις επομένοις του παρόντος Ν.Δ/τος, χάριν συντομίας, Οργανισμός, αποτελεί Νομικόν Πρόσωπον Δημοσίου Δικαίου, εδρεύον εν Αθήναις και τελούν υπό την εποπτείαν του Υπουργού Εργασίας».

(2) Η παρ. 2 του άρθρου 1 καταργήθηκε με το άρθρο 46 του Ν.2956/2001 (ΦΕΚ 258/Α’/6.11.2001).
Οι καταργηθείσες διατάξεις είχαν ως εξής:
«2. Σκοπός της υπηρεσίας είναι κατά κύριον λόγον η ανάπτυξις του βαθμού της απασχολήσεως δια κινητοποιήσεως του διαθεσίμου εργατικού δυναμικού, προς εξυπηρέτησιν, των μισθωτών και των εργοδοτών.»


 Άρθρον 2
Αντικείμενα αρμοδιότητος του Οργανισμού
1. ....................(1) 2. Ο Υπουργός Εργασίας εξουσιοδοτείται όπως δι’ αποφάσεων αυτού αναθέτη εις τον Οργανισμόν τούτον και άλλα αντικείμενα ρυθμίσεως της αγοράς εργασίας.

(1) Η παρ. 1 του άρθρου 2 καταργήθηκε με το άρθρο 46 του Ν.2956/2001 (ΦΕΚ 258/Α'/6.11.2001). 
Οι καταργηθείσες διατάξεις είχαν ως εξής:
«1. Ο Οργανισμός είναι όργανον εφαρμογής της πολιτικής απασχολήσεως του Υπουργείου Εργασίας και ειδικώτερον φορεύς:
α) Διά την εξεύρεσιν εργασίας εις τους αιτουμένους απασχόλησιν.
β) Διά την επαγγελματικήν εκπαίδευσιν των εργαζομένων.
γ) Διά τον επαγγελματικόν προσανατολισμόν των εργαζομένων.
δ) Διά την ανάπτυξιν του θεσμού της μαθητείας.
ε) Διά την ασφάλισιν κατά του κινδύνου της ανεργίας, και
στ) Διά την καταβολήν των επιδομάτων στρατεύσεως του Ν.2054/52 "περί τροποποιήσεως της περί των στρατευομένων μισθωτών νομοθεσίας".»


Άρθρον 3(1)
Διοίκησις του Οργανισμού
Καταργήθηκε με το άρθρο 46 του Ν.2956/2001 (ΦΕΚ 258/Α'/6.11.2001).

(1) Το άρθρο 3, όπως αυτό είχε αντικατασταθεί με το άρθρο 2 του Ν.3252/1955 (ΦΕΚ 142 Α'), καταργήθηκε με το άρθρο 46 του Ν.2956/2001 (ΦΕΚ 258/Α'/6.11.2001).

Οι καταργηθείσεις διατάξεις είχαν ως εξής:

«Άρθρον 3

Διοίκησις του Οργανισμού
1. Ο Οργανισμός διοικείται υπό εννεαμελούς διοικητικού Συμβουλίου αποτελουμένου:α) Εξ ενός επιστήμονος ειδικού περί τα θέματα της κοινωνικής πολιτικής, ως Προέδρου.
β) Εκ δύο ανωτέρων υπαλλήλων του Υπουργείου Εργασίας.
γ) Εκ τριών αντιπροσώπων των μισθωτών και δ) Εκ τριών αντιπροσώπων των εργοδοτών.
2. Τα υπό στοιχεία γ' μέλη υποδεικνύονται μετά των αναπληρωματικών των υπό της Γ.Σ.Ε.Ε. τα δε υπό στοιχείον δ' ανά εν υπό του Συνδ. Ελλήνων Βιομηχάνων, του Εμπορικού Συλλόγου Αθηνών και της Γενικής Συνομοσπονδίας των Επαγγελματιών και Βιοτεχνών Ελλάδος.
3. Τα μέλη του Συμβουλίου μετά ισαρίθμων αναπληρωτών διορίζονται επί τριετεί θητεία δι’ αποφάσεως του Υπουργού Εργασίας δημοσιευομένης διά της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως. Αι ανωτέρω αναφερόμεναι οργανώσεις υποχρεούνται όπως εντός 15 ημερών από της προσκλήσεως του υπουργού Εργασίας προς υπόδειξιν προβώσιν εις ταύτην, άλλως ο Υπουργός δύναται να ενεργήση τον διορισμόν του Δ.Σ. και άνευ των άνω υποδείξεων. Το Δ.Σ. εκλέγει κατά την πρώτην αυτού συνεδρίασιν δύο Αντιπροέδρους εξ ων ο μεν α' αντιπρόεδρος δέον να προέρχεται εκ των αντιπροσώπων των μισθωτών ο δε β' εκ των αντιπροσώπων των εργοδοτών.
4. Χρέη Εισηγητού παρά τω Δ.Σ. εκτελεί ο Δ/τής του Οργανισμού οριζόμενος δι’ αποφάσεως του Υπουργού Εργασίας.
5. Ο Πρόεδρος του Συμβουλίου εκπροσωπεί τον Οργανισμόν εξωδίκως και δικαστικώς. Το Δ.Σ. διοικεί τον Οργανισμόν και διαχειρίζεται την περιουσίαν αυτού κατά τα ειδικώτερον διά Κανονισμών οριζόμενα. Οι κανονισμοί ούτοι καταρτίζονται υπό του Δ.Σ. του Οργανισμού και εγκρίνονται υπό του Υπουργού Εργασίας δι’ αποφάσεως αυτού δημοσιευομένης διά της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως. Μέχρι της εκδόσεως των κατά τα ως άνω Κανονισμών ισχύουσι και διά τον Οργανισμόν οι αντίστοιχοι κανονισμοί του Ι.Κ.Α. αναλόγως εφαρμοζόμενοι.
6. ...........»(α)

(α) Η παρ. 6 του άρθρου 3 καταργήθηκε με το άρθρο 12 του Ν.Δ.4020/1959, οι διατάξεις της οποίας είχαν ως εξής:
«6. Η θητεία του ήδη υπηρετούντος Δ.Σ. του Οργανισμού λήγει μετά ένα μήνα από της ισχύος του παρόντος.»
- Αρχικά, οι διατάξεις του άρθρου 3 είχαν ως εξής:

«Άρθρον 3Διοίκησις του Οργανισμού
1. Ο Οργανισμός διοικείται υπό εννεαμελούς Διοικητικού Συμβουλίου (Δ.Σ.) αποτελουμένου:α) Εκ τριών ανωτέρων δημοσίων υπαλλήλων.β) Εκ δύο αντιπροσώπων των μισθωτών.γ) Εκ δύο αντιπροσώπων των εργοδοτών καιδ) Εκ δύο επιστημόνων.2. Τα μέλη του Συμβουλίου μετ’ ισαρίθμων αναπληρωτών διορίζονται δι’ αποφάσεως του Υπουργού Εργασίας επί τετραετεί θητεία. Τα υπό στοιχεία β' και γ' μέλη ορίζονται μετά γνώμην των οικείων οργανώσεων.3. Ο Υπουργός Εργασίας ορίζει δι’ αποφάσεώς του τον Πρόεδρον και τον Αντιπρόεδρον.4. Συνιστάται θέσις Κυβερνητικού Επιτρόπου ως και Τεχνικού Ασφαλιστικού Συμβούλου, οίτινες μετέχουσιν άνευ ψήφου των συνεδριάσεων του Δ.Σ. του Ταμείου. Η αρμοδιότης και παν ό,τι αφορά την θέσιν τούτων καθορισθήσονται δι’ αποφάσεως του Υπουργού Εργασίας.5. Χρέη Εισηγητού παρά τω Δ.Σ. εκτελεί ο Διευθυντής του Οργανισμού ή ο αναπληρωτής αυτού, γραμματέως δε υπάλληλος του Υπουργείου Εργασίας ή του Οργανισμού οριζόμενος δι’ αποφάσεως του Υπουργού Εργασίας.6. Ο Πρόεδρος του Συμβουλίου εκπροσωπεί τον Οργανισμόν εξωδίκως και δικαστικώς. Το Δ.Σ. διοικεί τον Οργανισμόν και διαχειρίζεται την περιουσίαν αυτού, κατά τα ειδικώτερον υπό του Κανονισμού λειτουργίας του Δ.Σ. ορισθησόμενα.7. Η οικονομική και ταμειακή υπηρεσία τελεί υπό την εποπτείαν της αρμοδίας υπηρεσίας ελέγχου του Υπουργείου Εργασίας.8. Ο μισθός του Προέδρου του Δ.Σ. ορίζεται ο του Γενικού Διευθυντού Υπουργείου, τα δε έξοδα παραστάσεως τούτου, μη δυνάμενα να είναι ανώτερα του μισθού, ως και η αποζημίωσις των μελών του Δ.Σ. και των λοιπών συλλογικών οργάνων καθορισθήσονται δι’ αποφάσεως του Δ.Σ. εγκρινομένης δι’ αποφάσεως του Υπουργού Εργασίας. Εάν ο Πρόεδρος είναι δικηγόρος αναστέλλεται η άσκησις του δικηγορικού λειτουργήματος.»

Άρθρον 4(1)Υπηρεσίαι του Οργανισμού
Καταργήθηκε με το άρθρο 46 του Ν.2956/2001 (ΦΕΚ 258/Α'/6.11.2001).

(1) Το άρθρο 4 καταργήθηκε με το άρθρο 46 του Ν.2956/2001 (ΦΕΚ 258/Α'/6.11.2001).
Οι καταργηθείσεις διατάξεις είχαν ως εξής:
«Άρθρον 4
Υπηρεσίαι του Οργανισμού


1. Η σύνθεσις και η αρμοδιότης των καθ’ έκαστον υπηρεσιών ως και η υπηρεσιακή κατάστασις του προσωπικού ορισθήσονται δια Κανονισμού.

2. Αι υπηρεσίαι διεξάγονται δι’ υπαλλήλων προσλαμβανομένων κατόπιν διαγωνισμού ή δι’ αποσπάσεως ή μετατάξεως εξ άλλων Οργανισμών Κοινωνικής Ασφαλίσεως και δια δημοσίων υπαλλήλων.

3. Οι Κανονισμοί λειτουργίας του Οργανισμού θεσπίζονται διά Β.Δ. εκδιδομένων προτάσει των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας.» 



Άρθρον 5(1)Όργανα απασχολήσεως

Καταργήθηκε με το άρθρο 46 του Ν.2956/2001 (ΦΕΚ 258/Α'/6.11.2001).

(1) Το άρθρο 5 καταργήθηκε με το άρθρο 46 του Ν.2956/2001 (ΦΕΚ 258/Α'/6.11.2001).
Οι καταργηθείσεις διατάξεις είχαν ως εξής:
«Άρθρον 5
Όργανα απασχολήσεως
Όργανα της απασχολήσεως είναι τα Γραφεία Ευρέσεως Εργασίας.»

Άρθρον 6(1)
Ίδρυσις υπηρεσιών απασχολήσεως
Καταργήθηκε με το άρθρο 46 του Ν.2956/2001 (ΦΕΚ 258/Α'/6.11.2001).

(1) Το άρθρο 6 καταργήθηκε με το άρθρο 46 του Ν.2956/2001 (ΦΕΚ 258/Α'/6.11.2001).
Οι καταργηθείσεις διατάξεις είχαν ως εξής:
«Άρθρον 6
Ίδρυσης υπηρεσιών απασχολήσεως
1. Η ίδρυσις και η οργάνωσις: α) Των Γραφείων Ευρέσεως Εργασίας, β) Των Κέντρων Ψυχοτεχνικών Ερευνών και του Ειδικού Τμήματος δια την κατάρτισιν επαγγελματικών συμβούλων, προοριζομένων δια την επαγγελματικήν κατεύθυνσιν των νέων και των εργαζομένων και γ) των Κέντρων Επαγγελματικής Μορφώσεως των Εργαζομένων, περί ων τα άρθρα 2, 4 και 6 του Ν.Δ.2656, ενεργούνται δια Β. Διαταγμάτων προτάσει των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας. Η περιοδική μετάκλησις εκ του εξωτερικού μέχρι 3 ειδικών δια την οργάνωσιν του Επαγγελματικού Προσανατολισμού και η μετεκπαίδευσις εις το θέμα τούτο, εν τω εξωτερικώ, υπαλλήλων του Οργανισμού και του Υπουργείου Εργασίας, περί ων η παράγραφος 3 του άρθρου 4 του Ν.Δ.2656/1953, ενεργείται δι’ αποφάσεως του Υπουργού Εργασίας.
Κατά τον αυτόν τρόπον ενεργείται η πρόσληψις του ειδικού προσωπικού των υπό στοιχείων β' και γ' υπηρεσιών, κατά παρέκκλισιν της διαδικασίας της παραγράφου 2 του άρθρου 4 του παρόντος.
Εις τα Γραφεία Ευρέσεως Εργασίας, συνιστώνται επί βαθμώ τετάρτω ή πέμπτω, θέσεις Επαγγελματικών Συμβούλων. Δια την πλήρωσιν των θέσεων τούτων προτιμώνται οι πτυχιούχοι της Σχολής Επαγγελματικού Προσανατολισμού περί ης η υπ’ αριθ. 30415/8/1954 απόφασις του Υπουργού Εργασίας.
2. Αι πάσης φύσεως δαπάναι εγκαταστάσεως (μισθώσεις ακινήτων, οργάνωσις υπηρεσίας, εφοδιασμός δια των απαιτουμένων οργάνων, επίπλων και σκευών κλπ.) των Γραφείων Ευρέσεως Εργασίας και των παρ’ αυτοίς ιδρυομένων Κέντρων Ψυχοτεχνικών Ερευνών και Κέντρων Επαγγελματικής Μορφώσεως Εργαζομένων, αποφασίζονται και εκτελούνται υπό του Οργανισμού κατά τα ειδικώτερον δια Κανονισμών καθορισθησόμενα.»


Άρθρον 7(1)
Απογραφή και μετακίνησις ανέργων
Καταργήθηκε με το άρθρο 46 του Ν.2956/2001 (ΦΕΚ 258/Α'/6.11.2001).  

(1) Το άρθρο 7 καταργήθηκε με το άρθρο 46 του Ν.2956/2001 (ΦΕΚ 258/Α'/6.11.2001).
Οι καταργηθείσεις διατάξεις είχαν ως εξής:
«Άρθρον 7
Απογραφή και μετακίνησις ανέργων
1. Ο Υπουργός Εργασίας, εξουσιοδοτείται επί τω τέλει εξακριβώσεως του βαθμού της απασχολήσεως και της ανεργίας, όπως αποφασίζη εκάστοτε περί της διενεργείας σχετικής απογραφής, ρυθμίζων δι’ αποφάσεώς του τας λεπτομερείας ταύτης.
2. Προς καταπολέμησιν της ανεργίας και εν τω πλαισίω της πολιτικής της παραγωγικής απασχολήσεως, εξουσιοδοτείται ο Υπουργός Εργασίας, όπως αποφασίζη εκάστοτε περί μετακινήσεως των ανέργων δαπάναις του Οργανισμού, εις τους τόπους της εργασίας και συμφώνως τη παραγράφω 7 του άρθρου 15 του παρόντος.»


Άρθρον 8(1) Πρόσληψις μαθητών τεχνιτών
Καταργήθηκε με το άρθρο 46 του Ν.2956/2001 (ΦΕΚ 258/Α'/6.11.2001).

(1) Το άρθρο 8 καταργήθηκε με το άρθρο 46 του Ν.2956/2001 (ΦΕΚ 258/Α'/6.11.2001).
Οι καταργηθείσεις διατάξεις είχαν ως εξής:
«Άρθρον 8
Πρόσληψις μαθητών τεχνιτών
1. Η πρόσληψις μαθητών τεχνιτών επί περιπτώσεων εφαρμογής προγράμματος μαθητείας κατά το Β.Δ. της 6.6.52 «περί εκπαιδεύσεως μαθητών τεχνιτών» ενεργείται δια των Γραφείων Ευρέσεως Εργασίας εκ του καταρτιζομένου κατ’ έτος συμφώνως προς τας διατάξεις τούτου πίνακος επιλογής των ενδιαφερομένων υποψηφίων. Η υπηρεσία των Γραφείων Ευρέσεως Εργασίας τοποθετεί παρά τω εργοδότη τους υπ’ αυτού εκ του ως άνω πίνακος υποδεικνυομένους.
2. Η εφαρμογή του προγράμματος θεωρητικής εκπαιδεύσεως των μαθητών τεχνιτών δύναται να ανατίθεται δι’ αποφάσεως του Υπουργού Εργασίας και μετά γνώμην του Συμβουλίου Τεχνικής Εκπαιδεύσεως μαθητευομένων εις τα εν άρθρω 6 παράγρ. 1 και 5 οριζόμενα Κέντρα, δαπάναις του Οργανισμού.
3. Ο Υπουργός Εργασίας δύναται εις περιπτώσεις εφαρμογής συστήματος τεχνικής εκπαιδεύσεως μαθητευομένων κατά τας διατάξεις του από 6.6.52 Β.Δ/τος «περί εκπαιδεύσεως μαθητών τεχνιτών» εις εκμεταλλεύσεις ή Οργανισμούς οιασδήποτε μορφής, απασχολούντας πλείονας των 500 εργατοτεχνίτας, να συνιστά Επιτροπάς Μαθητείας προς συντονισμόν του εν εκάστω τούτων προγράμματος εκπαιδεύσεως προς το γενικώτερον πρόγραμμα τεχνικής ειδικεύσεως των εργαζομένων. Η ασφαλιστική εισφορά των μαθητών τεχνιτών σιδηροδρόμων διεπομένων υπό του Β.Δ. της 6.6.52 «περί εκπαιδεύσεως μαθητών τεχνιτών» ορίζεται εις το εν δέκατον της υπό των οικείων καταστατικών διατάξεων προβλεπομένης, βαρύνει δε εξ ολοκλήρου τον εργοδότην.»


Άρθρον 9(1)
Τεχνική μετεκπαίδευσις εργαζομένων
Καταργήθηκε με το άρθρο 46 του Ν.2956/2001 (ΦΕΚ 258/Α'/6.11.2001).

(1) Το άρθρο 9 καταργήθηκε με το άρθρο 46 του Ν.2956/2001 (ΦΕΚ 258/Α'/6.11.2001).
Οι καταργηθείσεις διατάξεις είχαν ως εξής:
«Άρθρον 9
Τεχνική μετεκπαίδευσις εργαζομένων
1. Ο Υπουργός Εργασίας εξουσιοδοτείται όπως μετά γνώμην του Συμβουλίου Τεχνικής Εκπαιδεύσεως μαθητευομένων δια κλάδους οικονομικής δραστηριότητος μεγάλης κοινωνικής σημασίας προσδιορίζει διαδικασίαν χορηγήσεως πιστοποιητικού επαγγελματικής ειδικότητος εις εργαζομένους υποβαλλομένους εις δοκιμασίαν ενώπιον Επιτροπής δεόντως κατά την συγκεκριμένην περίπτωσιν συγκροτουμένης εκάστοτε δι’ αποφάσεώς του ή καθορίζη περιόδους υποχρεωτικής και αδαπάνου τεχνικής ή επαγγελματικής εκπαιδεύσεως των εκ τούτων μη ειδικευμένων μισθωτών εις τα εν άρθρω 6 παραγράφους 1 και 5 του Ν.Δ.2656/53 προβλεπόμενα Κέντρα Επαγγελματικής Μορφώσεως Εργαζομένων.
2. Εις το Συμβούλιον Τεχνικής Εκπαιδεύσεως μαθητευομένων του υπ’ αριθ. 1654/1951 Νόμου συμμετέχει εκπρόσωπος του Γενικού Επιτελείου Εθνικής Αμύνης, υποδεικνυόμενος αρμοδίως, και εκπρόσωπος του Υπουργείου Βιομηχανίας ή του Τεχνικού Επιμελητηρίου.» 

Άρθρον 10Συμβούλιον Απασχολήσεως και Ανεργίας
1. Αι δαπάναι λειτουργίας του Συμβουλίου Απασχολήσεως και Ανεργίας του άρθρου 8 του Ν.Δ.2656/53, του Συμβουλίου Τεχνικής Εκπαιδεύσεως Μαθητευομένων, του Συμβουλίου Επαγγελματικού Προσανατολισμού θεσπισθέντος δια της υπ’ αριθ. 30172/18.2.1954 αποφάσεως του Υπουργού Εργασίας, ως και του Δ.Σ. της Σχολής Επαγγελματικού Προσανατολισμού περί ης η υπ’ αριθ. 30415/8/54 αποφάσεως του Υπουργού Εργασίας, των Τοπικών Επιτροπών Μαθητείας του διαγωνισμού δια την επιλογήν των υποψηφίων μαθητών τεχνιτών, του υπ’ αριθ. 1654/1952 Νόμου, ως και αι δαπάναι δια την δημοσίευσιν μελετών σχετικών με τον Επαγγελματικόν Προσανατολισμόν, τα Κέντρα Επαγγελματικής Μορφώσεως των Εργαζομένων και το Πρόγραμμα Μαθητείας, ενεργούνται εις βάρος του προϋπολογισμού του Οργανισμού δι’ αποφάσεως του Δ.Σ. του Οργανισμού εγκρινομένης υπό του Υπουργού Εργασίας.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΙ

Άρθρον 11
Ασφάλισις Ανεργίας
.
Πρόσωπα υπαγόμενα εις την Ασφάλισιν Ανεργίας

1. Εις την ασφάλισιν κατά της ανεργίας υπάγονται τα επ’ αμοιβή κατά κύριον λόγον εξηρτημένην εργασίαν παρέχοντα πρόσωπα δυνάμει σχέσεως εργασίας ωρισμένου ή αορίστου χρόνου και ησφαλισμένα κατά της ασθενείας παρ' Οργανισμώ Κοινωνικής Ασφαλίσεως.
2. Η ασφάλισις ανεργίας ισχύει όπου έχει επεκταθή.
3. Ο Υπουργός Εργασίας εξουσιοδοτείται όπως δι’ αποφάσεων αυτού μετά γνώμην του Δ.Σ. του Οργανισμού υποβαλλομένην εντός 15θημέρου από της υποβολής του σχετικού ερωτήματος, ορίζει την τοπικήν περιφέρειαν της ασφαλίσεως ανεργίας, είτε περιορίζων χωρικώς την ήδη εν λειτουργία τελούσαν, είτε επεκτείνων ταύτην. Η τοιαύτη επέκτασις ή ο περιορισμός δύναται να γίνη δια το σύνολον των απασχολουμένων προσώπων ή κατ’ επαγγελματικάς κατηγορίας.
4.(1) Στην ασφάλιση του κλάδου ανεργίας υπάγονται, εφ’ όσον ασφαλίζονται υποχρεωτικά στο Ι.Κ.Α., όλοι οι δασεργάτες και ρητινοσυλλέκτες.
Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, που εκδίδεται ύστερα από πρόταση του Δ.Σ. του Ο.Α.Ε.Δ., ρυθμίζονται θέματα σχετικά με το χρόνο υπαγωγής στην ασφάλιση, το ύψος της εισφοράς και τον υπολογισμό της, τους υπόχρεους για την καταβολή της, το χρόνο και τη διαδικασία είσπραξης των εισφορών, την κατάταξη σε μισθολογικές κλάσεις, τον αριθμό των ημερών εργασίας που θεωρείται ότι πραγματοποίησαν κατά μήνα όσοι ασφαλίζονται με τρόπο πλασματικό, την περίοδο επιδότησης και κάθε άλλο ζήτημα που έχει σχέση με την ασφάλιση της ανεργίας των προσώπων αυτών.

(1) Η παρ. 4 του άρθρου 11 προστέθηκε με το άρθρο 18 του Ν.1836/1989 (ΦΕΚ 89 Α'). 

Άρθρον 12(1)
Πρόσωπα εξαιρούμενα
1.(2) Εξαιρούνται της ασφαλίσεως ανεργίας:
α) Οι ανήλικοι μέχρι συμπληρώσεως του 15ου έτους της ηλικίας των και οι μαθηταί τεχνίται περί ων το Β.Δ. της 6.6.1952 «περί εκπαιδεύσεως μαθητών τεχνιτών».
β) Οι σύζυγοι, οι γονείς ή τα τέκνα εφ’ όσον απασχολούνται εις επιχειρήσεις ή εκμεταλλεύσεις ασκουμένας υπό του (ή της) συζύγου, πατρός ή μητρός ή τέκνου.
γ) Οι εκ των ανωτέρω προσώπων υπό στοιχείον β απασχολούμενοι εις επιχειρήσεις ή εκμεταλλεύσεις αι οποίαι λειτουργούν υπό μορφήν εταιρίας, εφ’ όσον εν ή περισσότερα εκ των συγγενικών τούτων προσώπων συμμετέχει εις την εταιρίαν κατά ποσοστόν μείζον του 50%.
δ) Οι εξ ιδίου δικαιώματος συνταξιούχοι του Δημοσίου ή των πάσης φύσεως Οργανισμών Δημοσίου Δικαίου, πλην του ΟΓΑ.
ε) Οι τακτικοί υπάλληλοι και υπηρέται του Δημοσίου και των Οργανισμών Δημοσίου Δικαίου.
στ) Τα πρόσωπα τα παρέχοντα εξηρτημένην εργασίαν ουχί προς σταθερόν εργοδότην (ως φορτοεκφορτωταί, εργάται εκδοράς και σφαγείς, νεκροπομποί κλπ.) των οποίων η εις τον οικείον φορέα δια τον κλάδον ασθενείας ασφάλισις συντελείται μέσω των επαγγελματικών αυτών Σωματείων ή Συνεταιρισμών, δυνάμει ειδικού Κανονισμού.
ζ) Οι οικόσιτοι μισθωτοί.
η) Οι ησφαλισμένοι δια τον κίνδυνον της ανεργίας παρ ετέρω Ταμείω ασφαλίσεως έχοντι την μορφήν Ν.Π.Δ.Δ.
θ) Οι απασχολούμενοι εις γεωργικάς, δασικάς και κτηνοτροφικάς εργασίας, πλην των υπαγομένων εις την ασφάλισιν του ΙΚΑ.
ι.(3) Τα πρόσωπα που καθορίζει, το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 4 του άρθρου 1 του ν.1648/1988, εφ όσον λαμβάνουν παροχές που έχουν χαρακτήρα σύνταξης το ύψος των οποίων είναι ίσο ή ανώτερο του ποσού της κατώτερης σύνταξης πλήρους αναπηρίας του Ι.Κ.Α..
2. Το άρθρον 36 του ν.δ.2698/53 «περί ρυθμίσεως της κατά της ανεργίας ασφαλίσεως των εποχιακών και υποαπασχολουμένων» καταργείται από 1ης του επομένου μηνός από της δημοσιεύσεως του παρόντος.
3. Η υπαγωγή εις την ασφάλισιν ανεργίας, το ύψος των εισφορών και προϋποθέσεις εν γένει επιδοτήσεως των εργατών αλιείας ρυθμίζονται υπό Ειδικού Κανονισμού εγκρινομένου υπό του Υπουργού Εργασίας μετά πρότασιν του Διοικητικού Συμβουλίου. Ομοίως δύναται κατόπιν αποφάσεως του Δ.Σ. του Οργανισμού, εγκρινομένης υπό του Υπουργού Εργασίας, να υπαχθώσιν εις την ασφάλισιν ανεργίας τα πρόσωπα περί ων το εδαφ. στ' της παραγρ. 1 του παρόντος πλην των φορτοεκφορτωτών, εργατών εκδοράς και σφαγής και νεκροπομπών. Το ύψος των εισφορών και αι προϋποθέσεις εν γένει επιδοτήσεως τούτων ρυθμίζονται δι’ ειδικού κανονισμού, ως ανωτέρω προκειμένου, περί αλιεργατών.

(1) Το άρθρο 12 τίθεται όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 του Ν.3464/1955 (ΦΕΚ 350 Α').
Οι αντικατασταθείσες διατάξεις είχαν ως εξής:

«Άρθρον 12Πρόσωπα εξαιρούμενα
1. Εξαιρούνται της ασφαλίσεως ανεργίας τα κάτωθι πρόσωπα: α) ανήλικοι μέχρις ηλικίας 20 ετών και οι μαθηταί τεχνίται του Β.Δ. της 6.6.1952 «περί εκπαιδεύσεως μαθητών τεχνιτών». β) οι σύζυγοι, οι γονείς, ή τα τέκνα απασχολούμενα εις εκμεταλλεύσεις ασκουμένας υπό συζύγου, πατρός ή τέκνου. γ) οι συνταξιούχοι του δημοσίου ή των πάσης φύσεως οργανισμών δημοσίου δικαίου. δ) οι συμπληρώσαντες το 65ον έτος της ηλικίας των. ε) οι τακτικοί υπάλληλοι και υπηρέται του δημοσίου ή των οργανισμών δημοσίου δικαίου. στ) οι αλλοδαποί, ων η απασχόλησις δυνάμει εγγράφου συμφωνίας κατατιθεμένης παρά τη Υπηρεσία Αλλοδαπών του Υπουργείου Εργασίας, είναι μακροτέρα του έτους είτε δυνάμει της αρχικής συμβάσεως, είτε κατ’ ανανέωσιν ταύτης και υπό τον όρον της αμοιβαιότητος. ζ) οι ιερωμένοι. η) οι εις αλλοδαπούς απολαύοντας δικαιώματος ετεροδικίας απασχολούμενοι ημεδαποί. θ) τα πρόσωπα τα παρέχοντα εξηρτημένην εργασίαν ουχί προς σταθερόν εργοδότην (ως  φορτοεκφορτωταί, εργάται εκδοράς και σφαγής, νεκροπομποί, κλπ.) ων η εις τον οικείον φορέα δια τον κλάδον ασθενείας ασφάλισις δυνάμει Ειδικού Κανονισμού συντελείται μέσω των επαγγελματικών αυτών Σωματείων ή Συνεταιρισμών. ι) οι οικόσιτοι μισθωτοί. ια) οι μισθωτοί των γεωργικών εκμεταλλεύσεων (εργάται γης, δασικών εργασιών, κτηνοτροφίας). ιβ) οι ησφαλισμένοι εις άλλον ασφαλιστικόν φορέα δια τον κίνδυνον της ανεργίας και ιγ) οι λαβόντες μηνιαίας αποδοχάς άνω των 5.000 νέων δραχμών. Δια τας κατηγορίας β', γ', δ', ε', ζ', θ', ι' και ια' δεν καταβάλλονται εισφοραί. Οι αλιείς υπάγονται εις την ασφάλισιν, υποχρεούνται εις την καταβολήν εισφοράς και δικαιούνται επιδοτήσεως κατά τα ειδκώτερον δια κανονισμού του Οργανισμού, εγκρινομένου υπό του Υπουργού Εργασίας, οριζόμενα.2. Οι εποχιακώς εργαζόμενοι διέπονται υπό του άρθρου 36 του Ν.2698/53 και του σχετικού Κανονισμού περί επιδοτήσεως των εποχιακών εργαζομένων η δε ασφάλισις τούτων ασκείται υπό του Οργανισμού.»
(2) Η παρ. 1 άρθρου 12 τίθεται όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 21 του Ν.1082/1980 (ΦΕΚ 250 Α').
Οι αντικατασταθείσες διατάξεις, οι οποίες είχαν τεθεί με το άρθρο 2 του Ν.3464/1955 (ΦΕΚ 350 Α'), είχαν ως εξής:
«1. Εξαιρούνται της ασφαλίσεως ανεργίας: α) Οι ανήλικοι μέχρις ηλικίας 18 ετών και οι μαθηταί τεχνίται περί ων το β.δ. της 6-6-52 "περί εκπαιδεύσεως μαθητών τεχνιτών". Διά την εφαρμογήν της διατάξεως ταύτης ως ημερομηνία γεννήσεως λογίζεται η 1η Ιουλίου του έτους γεννήσεως του ησφαλισμένου. β) Οι σύζυγοι, οι γονείς ή τα τέκνα εφ’ όσον απασχολούνται εις εκμεταλλεύσεις ασκουμένας υπό συζύγου, πατρός ή τέκνου. γ) Οι εξ ίσου δικαιώματος συνταξιούχοι του Δημοσίου ή των πάσης φύσεως Οργανισμών το Δημοσίου Δικαίου. δ) Οι συμπληρώσαντες το 65ον έτος της ηλικίας των ε) Οι τακτικοί υπάλληλοι και υπηρέται του Δημοσίου και των Οργανισμών Δημοσίου Δικαίου. στ) Τα πρόσωπα τα παρέχοντα εξηρτημένην εργασίαν ουχί προς σταθερόν εργοδότην (ως φορτοεκφορτωταί, εργάται εκδοράς και σφαγής, νεκροπομποί κλπ.) ων η εις τον οικείον φορέα διά τον κλάδον ασθενείας ασφάλισις δυνάμει Ειδικού Κανονισμού συντελείται μέσω των Επαγγελματικών αυτών Σωματείων ή Συνεταιρισμών. ζ) Οι οικόσιτοι μισθωτοί. η) Οι ησφαλισμένοι διά τον κίνδυνον της ανεργίας παρ’ ετέρω Ταμείω ασφαλίσεως έχοντος την μορφήν Ν.Π.Δ.Δ. θ) Οι απασχολούμενοι εις γεωργικάς, δασικάς, και κτηνοτροφικάς εργασίας, πλην των υπαγομένων εις την ασφάλισιν του Ι.Κ.Α.»


(3) Η περ. ι' της παρ. 1 του άρθρου 12 προστέθηκε με το άρθρο 18 του Ν.1836/1989 (ΦΕΚ 89 Α'). 

Άρθρον 13Αναγγελία της καταγγελίας της σχέσεως εργασίας
1. ......................(1)
2.
 ......................(1)
3. Οι εποχιακώς απασχολούμενοι καπνεργάται, περί ων το άρθρον 36 του Ν.Δ.2698/53 «περί διοικήσεως του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων», διέπονται υπό του Ν.2348/53 «περί τροποποιήσεως, συμπληρώσεως και καταργήσεως διατάξεων αφορωσών την επεξεργασίαν των φύλλων του καπνού και συγχωνεύσεως του Τ.Α.Κ. μετά του Ι.Κ.Α.».
4. ......................(1) 
5. 
......................(1) 
6. 
......................(1)
7. Ο εργοδότης και ο μισθωτός δύνανται είτε κατά την σύστασιν της σχέσεως εργασίας, είτε διαρκούσης ταύτης, να συμφωνήσωσιν εγγράφως πάσης μορφής εκ περιτροπής εργασίαν, καθορίζοντες και την ανάλογον μισθοδοσίαν βάσει των εκάστοτε ισχυόντων ημερομισθίων ή μισθών.  Επίσης ο εργοδότης δύναται να επιβάλη εν περιπτώσει περιορισμού της δραστηριότητός του μετά προηγουμένην απόφασιν της Επιτροπής του Ν.Δ.2511/53 σύστημα εκ περιτροπής εργασίας.

(1) Οι παρ. 1, 2, 4, 5 και 6 του άρθρου 13 καταργήθηκαν με την παρ. 2 του άρθρου 10 του Ν.3198/1955 (ΦΕΚ 98 Α').
Οι καταργηθείσες διατάξεις είχαν ως εξής:

«1. Ο εργοδότης υποχρεούται όπως υποβάλλη εγγράφως εις τριπλούν αναγγελίαν, μετά των στοιχείων ταυτότητος της καταγγελομένης σχέσεως εργασίας, εν οις η διάρκεια της σχέσεως εργασίας, το είδος της απασχολήσεως, το ύψος του μισθού ή ημερομισθίου και ο τρόπος λύσεως της σχέσεως εργασίας, εις το αρμόδιον Γραφείον Ευρέσεως Εργασίας, όπου η απασχόλησις, εντός προθεσμίας 30 ημερών από της λύσεως της σχετικής εργασίας. Η προθεσμία αύτη άρχεται επί μεν τακτικής καταγγελίας από της λήξεως του χρόνου προμηνύσεως, επί δε καταγγελίας άνευ προμηνύσεως από του χρόνου ταύτης.2. Ο εργοδότης υποχρεούται επίσης ν’ αναγγείλη εντός της κατά την παράγραφον 1 οριζομένης προθεσμίας την λήξιν της σχέσεως εργασίας ωρισμένου χρόνου.»«4. Αγωγή περί ακυρώσεως γενομένης καταγγελίας σχέσεως εργασίας είναι απαράδεκτος μετά τρίμηνον από της καταγγελίας της σχέσεως εργασίας.5. Η αποζημίωσις του άρθρ. 5 του Ν.2112 και του άρθρ. 6 του Β.Δ. της 16/18 Ιουλίου 1920 προσώπων αμειβομένων μόνον επί ποσοστοίς υπολογίζεται βάσει της μισθολογικής κλάσεως εις ην κατατάσσεται ο μισθωτός βάσει του άρθρου 25 του Α.Ν.1846/1951.6. Ο εργοδότης εν περιπτώσει περιορισμού της οικονομικής δραστηριότητος της εκμεταλλεύσεώς του δύναται αντί καταγγελίας της σχέσεως εργασίας να θέτη εις διαθεσιμότητα, εγγράφως αποδεικνυομένην, το προσωπικόν του μέχρι τεσσάρων (4) μηνών καθ’ ημερολογιακόν έτος. Ο εν διαθεσιμότητι τελών μισθωτός λαμβάνει το ήμισυ των μέχρι ταύτης βασικών αποδοχών του.»


Άρθρον 14Παροχαί Ανεργίας
Αι παροχαί της ασφαλίσεως ανεργίας διακρίνονται:
α) Επίδομα ανεργίας,
β) ασφάλισις ασθενείας,
γ) εισφορά διά παραγωγικήν πρόνοιαν ανέργων.

Άρθρον 15
Προϋποθέσεις παροχών ανεργίας
1. Ο ησφαλισμένος έχει την αξίωσιν δι’ επιδότησιν:
α) Εάν είναι ικανός και προσφέρεται προς εργασίαν και παρά την θέλησίν του δεν εξευρίσκει εργασίαν και
β) Εάν πληρούνται αι προϋποθέσεις επιδοτήσεως.
2. Ικανός προς εργασίαν θεωρείται ο ησφαλισμένος, όστις εργαζόμενος αναλόγως προς τας δυνάμεις, τας ικανότητας και την επαγγελματικήν του μόρφωσιν δύναται ν' αποκερδαίνη τουλάχιστον το τρίτον  εκείνου όπερ πρόσωπον σωματικώς και πνευματικώς υγιές της αυτής επαγγελματικής μορφώσεως είθισται ν' αποκερδαίνη εν τη αυτή περιφερεία.
3. Εάν γεννάται αμφιβολία περί της προς εργασίαν ικανότητος ο άνεργος υποχρεούται καθ’ υπόδειξιν του Γραφείου Ευρέσεως Εργασίας να υποβληθή εις ιατρικήν εξέτασιν υπό των αρμοδίων υπηρεσιών του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων, της σχετικής ιατρικής γνωματεύσεως εχούσης υποχρεωτικήν ισχύν δια το Γραφείον Ευρέσεως Εργασίας. Επί σχετικής αρνήσεως τούτου η επιδότησις διακόπτεται δι’ ον χρόνον διαρκεί η άρνησις.
4. Ο άνεργος θεωρείται ότι προσφέρεται προς εργασίαν, εάν αποδέχεται απασχόλησιν προσφερομένην αυτώ αρμοδίως ή υποβάλλεται εις επαγγελματικήν αναπροσαρμογήν ή άλλως δράττεται πάσης προσφερομένης δυνατότητος δι’ απασχόλησιν.
5. Η απασχόλησις δύναται ν’ απαιτηθή παρά του ανέργου, εάν αι σωματικαί και πνευματικαί αυτού ικανότητες είναι ανάλογοι προς ταύτην, εάν η υγεία και το ήθος του δεν διατρέχωσι κίνδυνον, εάν η αντιμισθία είναι εύλογος και εάν η απασχόλησις δεν δυσχεραίνει την μελλοντικήν αυτού εξέλιξιν. Η τελευταία περίπτωσις δεν λαμβάνεται υπ’ όψιν, εάν ο άνεργος επεδοτήθη συνεχώς επί οκτώ εβδομάδες και δεν υφίσταται πρόβλεψις δια το προσεχές μέλλον ν’ απασχοληθή εις το επάγγελμά του.
6. Άνεργος μη αποδεχόμενος προσφερομένην κατάλληλον απασχόλησιν απόλλυσι την αξίωσιν προς επιδότησιν. Επίσης άνεργος αποστέργων επαγγελματικήν αναπροσαρμογήν στερείται του επιδοτήματος ανεργίας επί 15 ημέρας.
7. Απασχόλησις εκτός της μονίμου κατοικίας του ανέργου δύναται ν’ αξιωθή, εάν εντεύθεν δεν διακινδυνεύει η προστασία των μελών της οικογενείας του και εάν εις τον τόπον της απασχολήσεως επί αδυναμίας αυθημερόν επιστροφής, υφίστανται ανάλογοι δυνατότητες εγκαταστάσεως.
8. Άνεργος, του οποίου η σχέσις εργασίας τερματίζεται δι’ εκουσίας αποχωρήσεως, στερείται του δικαιώματος της επιδοτήσεως.
9. Άνεργος, ούτινος καταγγέλλεται η σχέσις εργασίας κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 5 του Ν.2112 ή της παραγρ. 2 του άρθρου 6 του Β.Δ. 16 Νοεμβρίου 1920 στερείται του επιδόματος, πλην εάν απαλλαγή της κατηγορίας δια βουλεύματος ή δικαστικής αποφάσεως. Η επιδότησις καταβάλλεται μετά προηγουμένην σχετικήν δήλωσιν του ανέργου, υποβαλλομένην εντός 14 ημερών από της δημοσιεύσεως των ως άνω πράξεων.

 Άρθρον 16
Άνεργος
1. Άνεργος θεωρείται, εκείνος όστις μετά την λήξιν της σχέσεως εργασίας δεν εύρε νέαν απασχόλησιν, εξηρτημένην ή μη.
2. Άνεργος δεν θεωρείται εν τη εννοία της παραγρ. 1:
α) Ο υπηρετών εις τας ενόπλους δυνάμεις της Χώρας.
β) Ο άνευ σχέσεως εργασίας εν εκμεταλλεύσει συζύγου, γονέων ή τέκνων απασχολούμενος.
γ) Ο εκτίων ποινήν στερητικήν της ελευθερίας ή δυνάμει άλλης διοικητικής διαταγής κρατούμενος και
δ) Ο εκπαιδευόμενος επαγγελματικώς ως μαθητευόμενος εις επαγγελματικήν σχολήν ή ο πρακτικώς εξασκούμενος άνευ σχέσεως εργασίας.
3. Εάν η ανεργία είναι άμεσος συνέπεια διακοπής της λειτουργίας της εκμεταλλεύσεως εξ αιτίας απεργίας, δεν υφίσταται αξίωσις προς επιδότησιν διαρκούσης της διακοπής της λειτουργίας της εκμεταλλεύσεως.
Το αυτό ισχύει επί ανταπεργίας του εργοδότου, εφ’ όσον αύτη ασκείται ως άμυνα εναντίον μερικής απεργίας, παθητικής αντιστάσεως ή μέτρων εργατικών αγώνων, τα οποία ματαιώνουσι την συνέχειαν των εργασιών εν τη εκμεταλλεύσει.


Άρθρον 17
Προϋποθέσεις επιδοτήσεως
1.(1) Ο ησφαλισμένος, ούτινος λύεται η σχέσις εργασίας δικαιούται επιδόματος ανεργίας, εφ’ όσον επραγματοποίησεν εκατόν είκοσι πέντε (125) ημέρας εργασίας εν τη ασφαλίσει ανεργίας εντός των τελευταίων προ της λύσεως της σχέσεως εργασίας δέκα τεσσάρων (14) μηνών, των ημερών εργασίας των τελευταίων δύο μηνών μη συνυπολογιζομένων.
Δύναται κατόπιν αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου του Οργανισμού εγκρινομένης δι’ αποφάσεως του Υπουργού Εργασίας, αι περί ων ανωτέρω ημέραι εργασίας δι’ απάντας ή δι’ ωρισμένας μόνον κατηγορίας μισθωτών να μειωθούν μέχρις εκατόν (100), εφ’ όσον μετά παρέλευσιν εξαμήνου από της ισχύος του παρόντος ήθελε διαπιστωθή, ότι η διαχείρησις του Οργανισμού Απασχολήσεως και Ασφαλίσεως Ανεργίας καταλείπει υπόλοιπα επιτρέποντα την επιδότησιν όλων ή μέρους τούτων. Η περί ης το προηγούμενον εδάφιον απόφασις του Δ.Σ. δύναται να καταργήται παρ’ αυτού μετ’ έγκρισιν του Υπουργού Εργασίας, εν περιπτώσει οικονομικής ανεπαρκείας του Κλάδου Ανεργίας ν’ ανταποκριθή εις την συνέπειαν της αποφάσεως ταύτης πρόσθετον επιβάρυνσιν.
2. Εις εποχήν οξείας κρίσεως δύναται ο Υπουργός Εργασίας δια Β.Δ. να ορίση δια τους μισθωτούς ωρισμένων κλάδων δραστηριότητος, όπου η κατάστασις της απασχολήσεως είναι λίαν δυσχερής, ότι η προϋπόθεσις υφίσταται, εάν ο άνεργος απησχολήθη προ της λύσεως της σχέσεως εργασίας διακοσίας είκοσιν ημέρας εντός των τελευταίων 20 μηνών.
3. ....................(2)
4.
 ....................(3) 5. Ημέραι εργασίας καθ’ ας ο μισθωτός δεν ειργάσθη, καίτοι η σχέσις εργασίας εξηκολούθησεν υφισταμένη, συνυπολογίζονται δια την απόκτησιν της ικανότητος προς επιδότησιν εφ’ όσον αναγνωρίζονται ως ημέραι εργασίας κατά τας διατάξεις του άρθρου 2 και 8 του Α.Ν.1846/51.
6. ....................(3) 7.(4) Το χρονικόν διάστημα περί ου αι παρ. 1, 2 και 6 του παρόντος επιμηκύνεται αναλόγως του χρόνου, καθ’ ον ο άνεργος ήτο ασθενής ή ετέλει εν στρατεύσει ή ασκεί αυτοτελές επάγγελμα, εφ’ όσον η ασθένεια αποδεικνύεται διά βεβαιώσεως του οικείου Ασφαλιστικού Οργανισμού η δε στράτευσις και η άσκησις του αυτοτελούς επαγγέλματος διά βεβαιώσεως τη οικείας Αρχής, δυναμένου του Δ.Σ. του Οργανισμού να θεωρήση ως πληρουμένην την εις παραγρ. 6 προϋπόθεσιν αν  ένεκα σπουδαίου λόγου υπολείπεται αύτη μέχρι 10 το πολύ ημερομισθίων κατ’ έτος.

(1) Η παρ. 1 του άρθρου 17 τίθεται όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 3 του Ν.3464/1955 (ΦΕΚ 350 Α').
Οι αντικατασταθείσες διατάξεις είχαν ως εξής:
«1. Η προϋπόθεσις της επιδοτήσεως θεωρείται ως υφισταμένη, εάν άνεργος προ της λύσεως της σχέσεως εργασίας ησχολήθη εις απασχόλησιν υπαγομένην εις την ασφάλισιν ανεργίας επί εκατόν ογδοήκοντα ημέρας εντός των τελευταίων δεκατεσσάρων μηνών, μη υπολογιζομένων των ημερών εργασίας των δύο τελευταίων μηνών.»

(2) Η παρ. 3 του άρθρου 17 καταργήθηκε με την παρ. 8 του άρθρου 22 του Ν.1836/1989 (ΦΕΚ 89 Α').
Οι καταργηθείσες διατάξεις, όπως αυτές είχαν αντικατασταθεί με την παρ. 2 του άρθρου 21 του Ν.1082/1980 (ΦΕΚ 250 Α'), είχαν ως εξής:
«Ο Υπουργός Εργασίας εξουσιοδοτείται όπως μετά προηγουμένην ητιολογημένην απόφασιν του Δ.Σ. εις εξαιρετικάς περιπτώσεις διαθέση εκ του κεφαλαίου του Οργανισμού βοηθήματα ανεργίας εις μη δικαιουμένους επιδοτήσεως ανέργους μέχρι 45 επιδομάτων ανεργίας κατά το άρθρον 21 παράγραφος 3, του παρόντος. Η κατά τα ανωτέρω έκτακτος επιδότησις δύναται να παρέχηται και εις ανέργους - μέλη ή μη δασοκομικών ή αλιευτικών ασφαλιστικών συνεταιρισμών, ησφαλισμένους εις το ΙΚΑ, μη υπαγομένους όμως εις την κατά της ανεργίας ασφάλισιν του Οργανισμού, εφ' όσον η κατά το προηγούμενον έτος εποχιακή απασχόλησίς των εις τον οικείον κλάδον δεν ήτο πλήρης, ως επίσης και εις ανέργους μισθωτούς μη υπαγομένους εις την ασφάλισιν ανεργίας, ησφαλισμένους όμως εις ένα των λοιπών κλάδων του Οργανισμού. Οι ειδικώτεροι όροι και προϋποθέσεις της τοιαύτης επιδοτήσεως ρυθμίζονται δι' αποφάσεων του Υπουργού Εργασίας.»
- Προηγουμένως, οι διατάξεις της παρ. 3, όπως αυτές είχαν τεθεί με την παρ. 2 του άρθρου 6 του Ν.3252/1955 (ΦΕΚ 142 Α'), είχαν ως εξής:
«Ο Υπουργός Εργασίας εξουσιοδοτείται όπως μετά προηγουμένην ητιολογημένην απόφασιν του Δ.Σ. εις εξαιρετικάς περιπτώσεις διαθέση εκ του κεφαλαίου του Οργανισμού βοηθήματα ανεργίας εις μη δικαιουμένους επιδοτήσεως ανέργους μέχρι 45 επιδομάτων ανεργίας κατά το άρθρον 21 παράγραφος 3, του παρόντος. Εν τη εννοία του όρου των μη δικαιουμένων επιδοτήσεως ανέργων δια την εφαρμογήν της παρούσης διατάξεως περιλαμβάνονται και οι ησφαλισμένοι οίτινες δεν δικαιούνται επιδόματος λόγω εξαντλήσεως του υπό του παρόντος προβλεπομένου χρόνου επιδοτήσεως.»
- Αρχικά, οι διατάξεις της παρ. 3 είχαν ως εξής:
«Ο Υπουργός Εργασίας εξουσιοδοτείται όπως μετά προηγουμένην ητιολογημένην απόφασιν του Δ.Σ. εις εξαιρετικάς περιπτώσεις διαθέση εκ του κεφαλαίου του Οργανισμού βοηθήματα ανεργίας εις μη δικαιουμένους επιδοτήσεως ανέργους μέχρι 45 επιδομάτων ανεργίας κατά το άρθρον 21 παράγραφος 3, του παρόντος.»

(3) Οι παρ. 4 και 6 του άρθρου 17 καταργήθηκαν με το άρθρο 16 του Ν.1545/1985 (ΦΕΚ 91 Α').
Οι καταργηθείσες διατάξεις είχαν ως εξής:
«4. Αι άπαξ ληφθείσαι υπ' όψιν ημέραι εργασίας δεν προσμετρώνται δια νέαν επιδότησιν.»
«6. Η πρώτη επιδότησις του ανέργου έχει πρόσθετον προϋπόθεσιν και την πραγματοποίησιν τουλάχιστον ογδοήκοντα (80) ημερομισθίων κατ’ έτος κατά τα αμέσως προηγούμενα της επιδοτήσεως, τρία έτη. Η πρόσθετος αύτη προϋπόθεσις δεν ισχύει δια τους εκ των τάξεων του στρατού απολυομένους εφέδρους.»


(4) Η παρ. 7 του άρθρου 17 τίθεται όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 4 του Ν.3464/1955 (ΦΕΚ 350 Α') .
Οι αντικατασταθείσες διατάξεις είχαν ως εξής:
«7. Το χρονικόν διάστημα, περί ου η παράγραφος 1 και 2 του παρόντος επιμηκύνεται αναλόγως του χρόνου καθ’ ον ο άνεργος ήτο ασθενής ή εθεραπεύετο εν θεραπευτηρίω ή ήσκει ανεξάρτητον βιοποριστικήν δράσιν ή ετέλει εν στρατεύσει και εφ’ όσον η μεν ασθένεια αποδεικνύεται δια βεβαιώσεως του οικείου Ασφαλιστικού Οργανισμού, η δε ανεξάρτητος δράσις δι’ επαρκών στοιχείων κατά την κρίσιν της Υπηρεσίας.»


Άρθρον 18Χρόνος αναμονής
Το επίδομα ανεργίας οφείλεται, μετά την πάροδον του χρόνου αναμονής, ήτις αρχίζει με την λύσιν της σχέσεως εργασίας και περιλαμβάνει τας πρώτας εξ ημέρας της ανεργίας.

Άρθρον 19Διάρκεια επιδοτήσεως
1. ................(1)
2. 
................(1) 
3. 
................(1) 
4. 
................(1) 5.(2) Λόγω των εορτών Πάσχα και Χριστουγέννων παρέχεται κάθε χρόνο στους επιδοτούμενους ανέργους οικονομική ενίσχυση ως εξής:
α. Για τις εορτές του Πάσχα ίση με το μισό του μηνιαίου ποσού του επιδόματος ανεργίας, εφόσον έχουν επιδοτηθεί για όλο το χρονικό διάστημα από 1ης Ιανουαρίου μέχρι 30 Απριλίου. Αν οι επιδοτούμενοι έχουν συμπληρώσει διάρκεια επιδότησης μικρότερη από αυτήν που καθορίζεται πιο πάνω, δικαιούνται οικονομική ενίσχυση ίση με τρία (3) ημερήσια επιδόματα ανεργίας για κάθε μήνα επιδότησης.
β. Για τις εορτές των Χριστουγέννων ίση με το ποσό του μηνιαίου επιδόματος ανεργίας, εφόσον έχουν επιδοτηθεί για όλο το χρονικό διάστημα από 1ης Μαΐου μέχρι 31 Δεκεμβρίου. Αν οι επιδοτούμενοι έχουν συμπληρώσει διάρκεια επιδότησης μικρότερη από αυτήν που καθορίζεται πιο πάνω, δικαιούνται οικονομική ενίσχυση ίση με τρία (3) ημερήσια επιδόματα ανεργίας για κάθε μήνα επιδότησης.
6.(3) Με απόφαση του Δ.Σ. του Ο.Α.Ε.Δ. μπορεί να παρέχεται έκτακτη οικονομική ενίσχυση για τις εορτές Πάσχα και Χριστουγέννων στους ασφαλισμένους που απολύθηκαν από τον εργοδότη τους κατά το χρονικό διάστημα από 1 Ιανουαρίου έως 30 Απριλίου, προκειμένου για το Πάσχα, ή κατά το χρονικό διάστημα από 1 Μαΐου έως 31 Δεκεμβρίου προκειμένου για τα Χριστούγεννα, εφ’ όσον δεν είχαν δικαίωμα τακτικής επιδότησης και με την προϋπόθεση ότι σε καθεμία από τις προαναφερόμενες περιόδους πραγματοποίησαν στην ασφάλιση του κλάδου της ανεργίας πενήντα τουλάχιστον ημερομίσθια προκειμένου για το Πάσχα ή εκατό τουλάχιστον ημερομίσθια προκειμένου για τα Χριστούγεννα. Με την ίδια απόφαση καθορίζεται το ποσό της οικονομικής ενίσχυσης και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια.

(1) Το άρθρο 19, όπως είχε αντικατασταθεί με το άρθρο 5 του Ν.3464/1955 (ΦΕΚ 350 Α'), καταργήθηκε με το άρθρο 16 του Ν.1545/1985 (ΦΕΚ 91 Α'), εκτός από τις παρ. 5 και 6, οι οποίες διατηρήθηκαν σε ισχύ.
Οι καταργηθείσες διατάξεις των παρ. 1-4 είχαν ως εξής:

«1. Η διάρκεια καταβολής του επιδόματος ανεργίας ήρτηται εκ του βαθμού των υπό του ανέργου πραγματοποιηθεισών εντός του κατά το άρθρον 17 παρ. 1 του παρόντος 14μήνου ημερών εργασίας κλιμακουμένη ως ακολούθως: α) Διά τους έχοντας πραγματοποιήσει 180 τουλάχιστον ημέρας εργασίας το επίδομα καταβάλλεται επί πέντε (5) μήνας. β) Διά τους έχοντας πραγματοποιήσει 150 τουλάχιστον ημέρας εργασίας το επίδομα καταβάλλεται επί τρεις (3) μήνας. γ) Διά τους έχοντας πραγματοποιήσει 125 τουλάχιστον ημέρας εργασίας το επίδομα καταβάλλεται επί δύο (2) μήνας. δ) Εν περιπτώσει εκδόσεως της περί ης το άρθρον 17 παρ. 1 εδαφ. β' αποφάσεως το επίδομα ανεργίας εις τους έχοντας πραγματοποιήσει εκατόν (100) ημέρας εργασίας καταβάλλεται κατόπιν αποφάσεως του Δ.Σ. μέχρις ενός και ημίσεος μηνός το πολύ.2. Δι’ έκαστον μήνα το επίδομα καταβάλλεται επί είκοσι πέντε (25) ημέρας.3. Μετά την συμπλήρωσιν των περί ων η παρ. 1 του παρόντος άρθρου ορίων επιδοτήσεως διά την εκ νέου επιδότησιν του ησφαλισμένου απαιτείται η εκ νέου πραγματοποίησις των εν άρθρω 17 παρ. 1 και άρθρον 19 παρ. 1 ημερών εργασίας.4. Εν πάση περιπτώσει τα επιδόματα ανεργίας δεν είναι δυνατόν να είναι πλείονα των τριακοσίων εντός της προηγουμένης εκάστοτε λύσεως της σχέσεως εργασίας τετραετίας.»
- Αρχικά, οι διατάξεις του άρθρου 19 είχαν ως εξής:

«Άρθρον 19
Διάρκεια επιδοτήσεως
1. Το επίδομα ανεργίας παρέχεται επί 100 ημέρας.2. Η διάρκεια της επιδοτήσεως παρατείνεται:
α) Εις 110 ημέρας εάν ο άνεργος προ της επιδοτήσεως είχεν απασχόλησιν κατά τα δύο τελευταία έτη επί τριακοσίας δέκα ημέρας και
β) Εις 130 ημέρας, εάν ο άνεργος απησχολήθη κατά τα τελευταία πέντε έτη επί 900 ημέρας. Εν πάση περιπτώσει τα επιδόματα ανεργίας δεν είναι δυνατόν να είναι πλείονα των 300 εντός της τετραετίας.»

(2) Η παρ. 5 του άρθρου 19 τίθεται όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 2 του άρθρου 39 του Ν.3986/2011 (ΦΕΚ 152/Α'/1.7.2011) με έναρξη ισχύος των διατάξεών της, σύμφωνα με την παρ. 3 του ίδιου άρθρου και νόμου, από 1.7.2012.
Οι αντικατασταθείσες διατάξεις, οι οποίες είχαν τεθεί 
με το άρθρο 25 του Ν.2020/1992 (ΦΕΚ 34 Α'), είχαν ως εξής:
«5. Λόγω των εορτών Πάσχα και Χριστουγέννων παρέχεται κάθε χρόνο στους επιδοτούμενους ανέργους οικονομική ενίσχυση ως εξής:
α. Για τις εορτές του Πάσχα ίση με το μισό του μηνιαίου ποσού του επιδόματος ανεργίας, εφόσον έχουν συμπληρώσει διάρκεια τακτικής επιδότησης τριών μηνών στο χρονικό διάστημα από 1 Ιανουαρίου μέχρι 30 Απριλίου. Αν οι επιδοτούμενοι έχουν συμπληρώσει διάρκεια επιδότησης μικρότερη απ’ αυτήν που καθορίζεται πιο πάνω, δικαιούνται οικονομική ενίσχυση ίση με τρία ημερήσια επιδόματα ανεργίας για κάθε μήνα επιδότησης.
β. Για τις εορτές των Χριστουγέννων ίση με το ποσό του μηνιαίου επιδόματος ανεργίας, εφόσον έχουν συμπληρώσει διάρκεια τακτικής επιδότησης τεσσάρων μηνών στο χρονικό διάστημα από 1 Μαΐου μέχρι 31 Δεκεμβρίου. Αν οι επιδοτούμενοι έχουν συμπληρώσει διάρκεια επιδότησης μικρότερη απ’ αυτήν που καθορίζεται πιο πάνω, δικαιούνται οικονομική ενίσχυση ίση με έξι ημερήσια επιδόματα ανεργίας για κάθε μήνα επιδότησης.»
- Προηγουμένως, οι αντικατασταθείσες διατάξεις, οι οποίες είχαν τεθεί με το άρθρο 19 του Ν.1836/1989 (ΦΕΚ 89 Α'), είχαν ως εξής:
«5. Λόγω των εορτών Πάσχα και Χριστουγέννων, παρέχεται κάθε χρόνο στους επιδοτούμενους ανέργους οικονομική ενίσχυση ως εξής:
α. Για τις εορτές του Πάσχα ίση με το επίδομα ανεργίας ενός δεκαπενθημέρου, εφ' όσον έχουν συμπληρώσει διάρκεια τακτικής επιδότησης δύο μηνών, στο χρονικό διάστημα από 1 Ιανουαρίου έως 30 Απριλίου. Αν οι επιδοτούμενοι έχουν συμπληρώσει διάρκεια επιδότησης μικρότερη από αυτήν που καθορίζεται πιο πάνω, δικαιούνται οικονομική ενίσχυση ίση με τρία ημερήσια επιδόματα ανεργίας για κάθε δεκαπενθήμερο επιδότησης.
β. Για τις εορτές των Χριστουγέννων ίση με το επίδομα ανεργίας δύο δεκαενθημέρων, εφ' όσον έχουν συμπληρώσει διάρκεια τακτικής επιδότησης δύο μηνών, στο χρονικό διάστημα από 1 Μαΐου έως 31 Δεκεμβρίου. Αν οι επιδοτούμενοι έχουν συμπληρώσει διάρκεια επιδότησης μικρότερη από αυτήν που καθορίζεται πιο πάνω, δικαιούνται οικονομική ενίσχυση ίση με έξι ημερήσια επιδόματα ανεργίας για κάθε δεκαπενθήμερο επιδότησης.»
- Αρχικά, η παρ. 5 του άρθρου 19, η οποία είχε προστεθεί με την παρ. 1 του άρθρου μόνου του Α.Ν.213/1967 (ΦΕΚ 217 Α'), είχε ως εξής:
«5. Επί ταις εορταίς των Χριστουγέννων και Πάσχα παρέχεται κατ' έτος εις τους επιδοτουμένους ανέργους οικονομική ενίσχυσις ως ακολούθως:α) Ησφαλισμένοι οίτινες τελούσι εν επιδοτήσει κατά την 1ην Απριλίου ή την 1ην Δεκεμβρίου εκάστου έτους, αντιστοίχως δικαιούνται οικονομικής ενισχύσεως ίσης προς το επίδομα ανεργίας ενός δεκαπενθημέρου διά τας εορτάς του Πάσχα ή δύο δεκαπενθημέρων διά τας εορτάς των Χριστουγέννων, εφ' όσον μέχρι της αντιστοίχου ως άνω ημερομηνίας έχουσι συμπληρώσει διάρκειαν επιδοτήσεως δύο μηνών.Εάν οι ως άνω επιδοτούμενοι έχουσι διάρκειαν επιδοτήσεως ελάσσονα της ανωτέρω δικαιούνται επιδοτήσεως διά ποσού ίσου διά μεν τας εορτάς του Πάσχα προς τρία (3) ημερήσια επιδόματα, διά δε τας εορτάς των Χριστουγέννων, προς εξ (6) ημερήσια επιδόματα ανά δεκαπενθήμερον επιδοτήσεως.β) Της ως άνω οικονομικής ενισχύσεως δικαιούνται επίσης και οι άνεργοι, οίτινες κατά τας αμέσως ανωτέρω αναφερομένας κρισίμους ημερομηνίας, αντιστοίχως, δεν επιδοτούνται, συνεπεία αναστολής της επιδοτήσεως διά τινα των υπό άρθρου 22 του παρόντος Ν.Δ. αναγνωριζομένων λόγων εξαιρέσει του αφορώντος την ανάληψιν εξηρτημένης ή αυτοτελούς εργασίας.Η εις τούτους όμως παρεχομένη οικονομική ενίσχυσις μειούται καθ' ο ποσόν ο δικαιούχος διά την αυτήν αιτίαν και διά τον χρόνον της αναστολής της επιδοτήσεως ήθελε τύχη οικονομικής ενισχύσεως εξ οιασδήποτε ετέρας πηγής.»


(3) Η παρ. 6 του άρθρου 19 τίθεται όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 19 του Ν.1836/1989 (ΦΕΚ 89 Α').
Οι αντικατασταθείσες διατάξεις, όπως αυτές είχαν προστεθεί με την παρ. 1 του άρθρου μόνου του Α.Ν.213/1967 (ΦΕΚ 217 Α'), είχαν ως εξής:
«6. Επί ταις εορταίς των Χριστουγέννων και του Πάσχα δύναται, δι' αποφάσεων του Υπουργού Εργασίας, εκδιδομένων μετά πρότασιν του Δ.Σ. του Οργανισμού, να παρέχηται έκτακτος οικονομική ενίσχυσις:
α) Εις ησφαλισμένους των οποίων η λόγω ανεργίας επιδότησις ετερματίσθη εντός του προηγουμένου αντιστοίχως, της 1ης Απριλίου ή της 1ης Δεκεμβρίου εκάστου έτους, επταμήνου, εφ' όσον ούτοι από της λήξεως της επιδοτήσεως δεν έχουσι πραγματοποιήσει παρ' εργοδότη απασχόλησιν δυνάμει σχέσεως εργασίας ιδιωτικού δικαίου επί χρόνου μείζονα των πεντήκοντα (50) ημερών καιβ) εις ησφαλισμένους απολυθέντας εντός των ως άνω χρονικών περιόδων, αντιστοίχως, και μη δικαιωθέντας τακτικής επιδοτήσεως, υπό την προϋπόθεσιν ότι εντός εκατέρας των περιόδων τούτων, αντιστοίχως, είχον πραγματοποιήσει 100 τουλάχιστον ημέρας ασφαλιστέας παρά τω ΟΑΑΑ εργασίας.Διά των αυτών αποφάσεων καθορίζεται το ποσόν της παρασχετέας οικονομικής ενισχύσεως, είτε διά το σύνολον των δικαιούχων, είτε κατά κατηγορίας τούτων, δύναται δε διά των ιδίων αποφάσεων να θεσπίζωνται και έτεροι πρόσθετοι όροι χορηγήσεως ταύτης ως και πάσα αναγκαία λεπτομέρεια.»


Άρθρον 20Συνέχισις της επιδοτήσεως
1. Εάν ο άνεργος, όστις εδικαιώθη επιδοτήσεως, δεν εξήντλησε την προς επιδότησιν αξίωσίν του, συνεπεία των λόγων αναστολής της συνεχίσεως, περί ων το άρθρον 22 παράγραφος 1, δικαιούται τη αιτήσει του να συνεχίση την επιδότησίν του μέχρις εξαντλήσεως της αξιώσεώς του, εάν η αίτησις υποβληθή εντός δύο ετών από της ημέρας της αναγνωρίσεως της προς επιδότησιν αξιώσεώς του.
2. Η αξίωσις δια την συνέχισιν της επιδοτήσεως αποσβέννυται, εάν ο άνεργος δια της συμπληρώσεως της προϋποθέσεως απέκτησε νέαν αξίωσιν δι’ επιδότησιν, ήτις δεν είναι βραχυτέρα της υπολειπομένης διαρκείας δυνάμει της προηγουμένης αναγνωρισθείσης αξιώσεως δι’ επιδότησιν.

 Άρθρον 21(1)
1. Το επίδομα ανεργίας απαρτίζεται από το βασικό επίδομα ανεργίας και τις προσαυξήσεις λόγω οικογενειακών βαρών.
2. Μέλη οικογένειας, για τα οποία παρέχεται προσαύξηση, θεωρούνται όσα αναγνωρίζονται από τον α.ν.1846/1951 (ΦΕΚ 179 Α'), αν ο άνεργος έφερε πράγματι σε σημαντικό βαθμό το βάρος της διατροφής τους.
3.(2) Το βασικό επίδομα ανεργίας καθορίζεται με κοινή υπουργική απόφαση των Υπουργών Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης και Οικονομικών.
Μέχρι τη δημοσίευση της ανωτέρω απόφασης συνεχίζεται το καθεστώς επιδότησης που ίσχυε την 31.12.2011.
4.(3) Το επίδομα ανεργίας, όπως αυτό κατά περίπτωση καθορίζεται στις προηγούμενες παραγράφους 3 και 4, προσαυξάνεται κατά 10% για κάθε προστατευόμενο μέλος της οικογένειας του ανέργου.
5.(3) Σε περιπτώσεις εύλογων αμφιβολιών ως προς το πραγματικό ύψος του καταβλητέου επιδόματος ανεργίας, αποφασίζει σχετικά το Διοικητικό Συμβούλιο του Ο.Α.Ε.Δ.
6.(3) Το επίδομα ανεργίας είναι ανεκχώρητο και ακατάσχετο, εκτός εάν πρόκειται για διατροφή συζύγων, ανιόντων ή κατιόντων. Ο συμψηφισμός επιτρέπεται, όταν πρόκειται για εξόφληση οφειλής από αχρεωστήτως καταβληθέντα επιδόματα ανεργίας, και μπορεί να γίνει με δόσεις που καθορίζει το Δ.Σ., υπό τον περιορισμό ότι σε κάθε περίπτωση το 1/2 του επιδόματος καταβάλλεται στον άνεργο.
7.(3) Η ισχύς του παρόντος άρθρου αρχίζει από την 1η Ιανουαρίου 2007.

(1) Το άρθρο 21 (όπως είχε τροποποιηθεί με το άρθρο 6 του Ν.3464/1955, το άρθρο 19 του Ν.1836/1989 και το άρθρο 12 του Ν.2224/1994), τίθεται όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 5 του Ν.3552/2007 (ΦΕΚ 77/Α'/4.4.2007).
Οι αντικατασταθείσες διατάξεις είχαν ως εξής:

«Άρθρον 21
Επίδομα ανεργίας
1. Το επίδομα ανεργίας σύγκειται από το βασικόν και τας προσαυξήσεις λόγω οικογενειακών βαρών.
2. Μέλη οικογενείας δι' α παρέχεται προσαύξησις, θεωρούνται τα υπό του Α.Ν.1846/1951 αναγνωριζόμενα, εάν ο άνεργος εβαρύνετο πράγματι σημαντικώς δια την διατροφήν τούτων.
3. Το βασικό επίδομα ανεργίας ορίζεται σε σαράντα τοις εκατό (40%) του ημερομισθίου ή προκειμένου για τους υπαλλήλους σε πενήντα τοις εκατό (50%) του μισθού, με τον περιορισμό ότι δεν θα είναι κατώτερο από τα δύο τρίτα (2/3) του ημερομισθίου του ανειδίκευτου εργάτη, ούτε ανώτερο του ποσού που καθορίζεται κάθε φορά με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, έπειτα από πρόταση του Διοικητικού Συμβουλίου του Ο.Α.Ε.Δ..(α) Αν η σχέση εισφορών-παροχών του Λογαριασμού Ανεργίας δεν επιτρέπει την εφαρμογή των παραπάνω ορίων, είναι δυνατόν ο Υπουργός Εργασίας, έπειτα από αιτιολογημένη γνώμη του Διοικητικού Συμβουλίου του Ο.Α.Ε.Δ., να αναπροσαρμόζει αναλόγως τα ανωτέρω όρια.(α) Διά τον τοιούτον υπολογισμόν του επιδόματος οι ησφαλισμένοι κατατάσσονται εις μισθολογικάς κλάσεις κατά τα εν άρθρω 25 παρ. 2 αν.ν.1846/1951 "περί Κοινοτικών Ασφαλίσεων" οριζόμενα, των κατά τ' ανωτέρω ποσοστών υπολογιζομένων επί του τεκμαρτού ημερομισθίου της αντιστοίχου μισθολογικής κλάσεως. Εν περιπτώσει ευλόγων αμφιβολιών ως προς το πραγματικόν ύψος του μισθού ή ημερομισθίου λαμβάνεται υπ' όψιν το μέσον ημερομίσθιον των τελευταίων εξ προ της λύσεως της σχέσεως εργασίας μηνών.
Το καταβαλλόμενο την 31.12.1993 βασικό ημερήσιο επίδομα αυξάνεται κατά τριάντα τοις εκατό (30%) από 1.1.1994.(α) 4.(β) Το βασικό επίδομα ανεργίας, όπως καθορίζεται στις προηγούμενες παραγράφους 1 και 2, προσαυξάνεται κατά δέκα τοις εκατό για κάθε προστατευόμενο μέλος της οικογένειας του ανέργου.
6. Το επίδομα ανεργίας είναι ανεκχώρητον και ακατάσχετον, εκτός εάν πρόκειται περί διατροφής συζύγων, ανιόντων ή κατιόντων. Ο συμψηφισμός επιτρέπεται προς εξόφλησιν οφειλής εξ αχρεωστήτως καταβληθέντων επιδομάτων ανεργίας, δια δόσεων καθοριζομένων υπό του Δ.Σ., υπό τον περιορισμόν ότι το ήμισυ του επιδόματος καταβάλλεται εις τον άνεργον.»(γ)

(α) Τα δύο πρώτα εδάφια της παρ. 3 του άρθρου 21 τίθενται όπως αντικαταστάθηκαν με την παρ. 1 του άρθρου 12 του Ν.2224/1994 (ΦΕΚ 112 Α’) και το πέμπτο εδάφιο προστέθηκε με την παρ. 2 του άρθρου 12 του Ν.2224/1994 (ΦΕΚ 112 Α’).
- Προηγουμένως, ολόκληρη η παρ. 3 είχε αντικατασταθεί με το άρθρο 6 του Ν.3464/1955 (ΦΕΚ 350 Α') και είχε ως εξής:
«3. Το βασικόν επίδομα ανεργίας ορίζεται εις 40% του ημερομισθίου ή προκειμένου περί υπαλλήλων εις 50% του μισθού, υπό τον περιορισμόν, ότι δεν είναι κατώτερον των 2/3 του ημερομισθίου του ανειδικεύτου εργάτου ή εργατρίας περί γυναικών, ούτε ανώτερον των 35 νέων δραχμών. Το ανώτατον όριον αναπροσαρμόζεται αναλόγως, ανά πάσαν προσαρμογήν μισθών και ημερομισθίων. Διά τον τοιούτον υπολογισμόν του επιδόματος οι ησφαλισμένοι κατατάσσονται εις μισθολογικάς κλάσεις κατά τα εν άρθρω 25 παρ. 2 αν.ν.1846/1951 "περί Κοινοτικών Ασφαλίσεων" οριζόμενα, των κατά τ' ανωτέρω ποσοστών υπολογιζομένων επί του τεκμαρτού ημερομισθίου της αντιστοίχου μισθολογικής κλάσεως. Εν περιπτώσει ευλόγων αμφιβολιών ως προς το πραγματικόν ύψος του μισθού ή ημερομισθίου λαμβάνεται υπ' όψιν το μέσον ημερομίσθιον των τελευταίων εξ προ της λύσεως της σχέσεως εργασίας μηνών.»
(β) Η παρ. 4 αντικαταστάθηκε ως άνω με το άρθρο 19 του Ν.1836/1989 (ΦΕΚ Α 89).
Οι αντικατασταθείσες διατάξεις είχαν ως εξής:
«4. Το κατά τας προηγουμένας παραγράφους 1 και 2 καθοριζόμενον βασικόν επίδομα ανεργίας προσαυξάνεται κατά 10% δι' έκαστον προστατευόμενον μέλος οικογενείας του ανέργου, χωρίς όμως το καταβλητέον βασικόν επίδομα μετά των προσαυξήσεων, λόγω οικογενειακών βαρών, να δύναται να είναι ανώτερον των 70% του κατά την παράγραφον 3 του παρόντος ημερομισθίου.»
(γ) 
Οι αρχικές διατάξεις του άρθρου 21 είχαν ως εξής:

«Άρθρον 21
Επίδομα ανεργίας
1. Το επίδομα ανεργίας σύγκειται από το βασικόν και τας προσαυξήσεις λόγω οικογενειακών βαρών.
2. Μέλη οικογενείας δι' α παρέχεται προσαύξησις, θεωρούνται τα υπό του Α.Ν.1846/1951 αναγνωριζόμενα, εάν ο άνεργος εβαρύνετο πράγματι σημαντικώς δια την διατροφήν τούτων.
3. Το βασικόν επίδομα ανεργίας ορίζεται εις 40% του ημερομισθίου και 50% του μισθού υπό τον περιορισμόν ότι δεν είναι κατώτερον των 2/3 του ημερομισθίου του ανειδικεύτου εργάτου ή εργατρίας περί γυναικών, ούτε ανώτερον των 35 νέων δραχμών. Το ανώτατον όριον αναπροσαρμόζεται αναλόγως ανά πάσαν προσαρμογήν μισθών και ημερομισθίων. Διά τον υπολογισμόν του επιδόματος οι ησφαλισμένοι κατατάσσονται, κεχωρισμένως οι υπάλληλοι και οι ημερομίσθιοι, δι' αποφάσεως του Υπουργού Εργασίας μετά γνώμην του Δ.Σ. του Οργανισμού, εις μισθολογικάς κλάσεις των εις εκάστην κλάσιν υπαγομένων λογιζομένων ως λαμβανόντων τον εις αυτήν αναλογούντα μέσον ημερήσιον μισθόν (μέσος όρος ανωτάτου και κατωτάτου ορίου αποδοχών της κλάσεως). Ως μισθός ή ημερομίσθιον διά την ως άνω κατάταξιν λαμβάνεται ό,τι ισχύει κατά την λύσιν της σχέσεως εργασίας. Εν περιπτώσει ευλόγων αμφιβολιών περί του πραγματικού μισθού ή ημερομισθίου η Υπηρεσία δύναται να λάβη υπ' όψιν τον μέσον όρον των εξ τελευταίων μηνών.
4. Το κατά τας προηγουμένας παραγράφους 1 και 2 καθοριζόμενον βασικόν επίδομα ανεργίας προσαυξάνεται κατά 10% δι' έκαστον προστατευόμενον μέλος οικογενείας του ανέργου, χωρίς όμως το καταβλητέον βασικόν επίδομα μετά των προσαυξήσεων, λόγω οικογενειακών βαρών, να δύναται να είναι ανώτερον των 70% του κατά την παράγραφον 3 του παρόντος ημερομισθίου.
6. Το επίδομα ανεργίας είναι ανεκχώρητον και ακατάσχετον, εκτός εάν πρόκειται περί διατροφής συζύγων, ανιόντων ή κατιόντων. Ο συμψηφισμός επιτρέπεται προς εξόφλησιν οφειλής εξ αχρεωστήτως καταβληθέντων επιδομάτων ανεργίας, δια δόσεων καθοριζομένων υπό του Δ.Σ., υπό τον περιορισμόν ότι το ήμισυ του επιδόματος καταβάλλεται εις τον άνεργον.»

(2) Η παρ. 3 του άρθρου 21 τίθεται όπως αντικατέστησε τις παρ. 3 και 4 που υπήρχαν προηγουμένως, με την παρ. Θε του άρθρου 138 του Ν.4052/2012 (ΦΕΚ 41/Α'/1.3.2012) και ισχύει από την ημερομηνία κατάθεσης του νόμου αυτού στη Βουλή, δηλ. από 20.2.2012.
Οι αντικατασταθείσες διατάξεις είχαν ως εξής:
«3. Το βασικό επίδομα ανεργίας ορίζεται από 1ης Ιανουαρίου 2007 σε ποσοστό 50% του ημερομισθίου του ανειδίκευτου εργάτη και από 1ης Ιανουαρίου 2008 σε ποσοστό 55% του ημερομισθίου του ανειδίκευτου εργάτη, ανεξάρτητα αν ο άνεργος αμειβόταν με μηνιαίο μισθό ή ημερομίσθιο.
4. Στους ανέργους, οι οποίοι δεν είχαν πλήρη απασχόληση και των οποίων οι μηνιαίες αποδοχές ήταν ίσες ή μικρότερες από το εξαπλάσιο του ημερομισθίου του ανειδίκευτου εργάτη, καταβάλλεται το 50% του βασικού επιδόματος ανεργίας, όπως αυτό ορίζεται στην παράγραφο 3. Στους ανέργους, οι οποίοι δεν είχαν πλήρη απασχόληση και των οποίων οι μηνιαίες αποδοχές ήταν μεγαλύτερες από το εξαπλάσιο και μικρότερες ή ίσες με το δωδεκαπλάσιο του ημερομισθίου του ανειδίκευτου εργάτη, καταβάλλεται το 75% του βασικού επιδόματος ανεργίας, όπως αυτό ορίζεται στην παράγραφο 3.
Στους ανέργους, οι οποίοι δεν είχαν πλήρη απασχόληση και των οποίων οι μηνιαίες αποδοχές ήταν μεγαλύτερες από το δωδεκαπλάσιο του ημερομισθίου του ανειδίκευτου εργάτη, καταβάλλεται το 100% του βασικού επιδόματος ανεργίας, όπως αυτό ορίζεται στην παράγραφο 3.
Στους ανέργους, οι οποίοι είχαν πλήρη απασχόληση, καταβάλλεται το 100% του βασικού επιδόματος ανεργίας, όπως αυτό ορίζεται στην παράγραφο 3.»


(3) Οι παράγραφοι αυτές αναριθμήθηκαν ως άνω σε παρ. 4, 5, 6 και 7 από παρ. 5, 6, 7 και 8 που ήταν προηγουμένως, με το τελευταίο εδάφιο της παρ. Θε του άρθρου 138 του Ν.4052/2012 (ΦΕΚ 41/Α'/1.3.2012).

Άρθρον 22Αναστολή επιδόματος ανεργίας
1. Το επίδομα ανεργίας, αναστέλλεται, εάν:
α) Ο άνεργος ανέλαβεν εξηρτημένην ή αυτοτελή εργασίαν.
β) Κατέστη προσωρινώς ανίκανος προς εργασίαν και
γ) δεν είναι διαθέσιμος προς απασχόλησιν εις την αγοράν εργασίας. Εν περιπτώσει στρατεύσεως η ανασταλείσα επιδότησις συνεχίζεται οπωσδήποτε επί δίμηνον από της αποστρατεύσεως.

Άρθρον 24Ασφάλισις Ασθενείας
1.(1) Αι ημέραι επιδοτήσεως λόγω ανεργίας εξομοιούνται προς ημέρας εργασίας διά την συμπλήρωσιν των προϋποθέσεων απονομής των παροχών ασθενείας εις είδος από τον Οργανισμόν παρ’ ω ο άνεργος τυγχάνει ησφαλισμένος διά τον κλάδον ασθενείας.
2. Επιδοτούμενος άνεργος καθιστάμενος ανίκανος προς εργασίαν συνεπεία ασθενείας δύναται να συνεχίση επιδοτούμενος επί πέντε (5) ημέρας, μη δικαιούμενος συγχρόνως επιδόματος ασθενείας.
Εν περιπτώσει συνεχίσεως της ασθενείας η επιδότησις διακόπτεται, ο δε άνεργος λαμβάνει επίδομα ασθενείας, εφ’ όσον δικαιούται εκ του Οργανισμού, παρ’ ω είναι ησφαλισμένος δια την περίπτωσιν της ασθενείας.
3.(2) Η εισφορά διά την ασφάλισιν ασθενείας υπολογίζεται βάσει του καταβαλλομένου επιδόματος ανεργίας ανέρχεται δε αύτη εις τον εν τέταρτον της οφειλομένης εισφοράς ασθενείας, ως αύτη εκάστοτε καθορίζεται διά τους ησφαλισμένους του Ι.Κ.Α., καταβάλλεται εκ των κεφαλαίων του Οργανισμού και αποδίδεται εις τον οικείον Οργανισμόν εντός 15 ημερών από του τέλους του μηνός, καθ’ ον κατεβλήθη το επίδομα.

(1) Η παρ. 1 του άρθρου 24 τίθεται όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 8 του Ν.3464/1955 (ΦΕΚ 350 Α').
Οι αντικατασταθείσες διατάξεις είχαν ως εξής:
«1. Ο άνεργος διαρκούσης της περιόδου της επιδοτήσεως θεωρείται ησφαλισμένος δια την χορήγησιν των εις είδος παροχών δια την περίπτωσιν της ασθενείας παρά τω Οργανισμώ, παρ' ω ούτος τυγχάνει ησφαλισμένος δια τον κίνδυνον τούτον.»

(2) Η παρ. 3 του άρθρου 24 τίθεται όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 2 του άρθρου 8 του Ν.3464/1955 (ΦΕΚ 350 Α').
Οι αντικατασταθείσες διατάξεις είχαν ως εξής:
«3. Η εισφορά δια την ασφάλισιν ασθενείας υπολογίζεται βάσει του καταβαλλομένου επιδόματος ανεργίας, ανέρχεται δε αύτη εις το εν τέταρτον της οφειλομένης εισφοράς ασθενείας, καταβάλλεται εκ των κεφαλαίων του Οργανισμού και αποδίδεται εις τον οικείον Οργανισμόν εντός 15 ημερών από του τέλους του μηνός, καθ' ον κατεβλήθη το επίδομα.»


Άρθρον 25Πρόνοια υπέρ των ανέργων δι’ εργασίας
1. Ο Υπουργός Εργασίας δύναται μετά πρότασιν του Δ.Σ. του Οργανισμού να εγκρίνη την διάθεσιν κεφαλαίων τούτου δια την εκτέλεσιν έργων προσφόρων δια τον περιορισμόν της ανεργίας. Κεφάλαια  διατίθενται δι’ εκτέλεσιν έργων ή οικοδομών, τα οποία έχουσι κοινωφελή ή τουριστικόν χαρακτήρα και εξυπηρετούσι το δημόσιον συμφέρον. Τα Κεφάλαια διατίθενται είτε ως συνεισφορά, είτε ως δάνεια. Ο οργανισμός δύναται ν’ αναλαμβάνη και την απ’ ευθείας εκτέλεσιν των άνω έργων.
2. Το ύψος των διατιθεμένων κεφαλαίων είναι ανάλογον προς το ποσόν της επιδοτήσεως, το οποίον εξοικονομείται δια της απασχολήσεως επιδοτουμένων ανέργων εις τα περί ων η παράγρ. 1 του παρόντος έργα.
3. Η παροχή της συνεισφοράς ή του δανείου έχει ως προϋπόθεσιν την απασχόλησιν εις τα έργα επιδοτουμένων ανέργων υπό των Γραφείων Ευρέσεως Εργασίας.
4. Αι αιτήσεις περί συνεισφοράς ή δανείου υποβάλλονται εις το Δ.Σ. του Οργανισμού.
5. Ο Οργανισμός δύναται επίσης να χορηγή δάνεια εις τον Αυτόνομον Οργανισμόν Εργατικής Κατοικίας.

Άρθρον 26Αρμοδιότης Τοπικών Υπηρεσιών Απασχολήσεως και Ανεργίας
1. Η αρμοδιότης των Τοπικών Υπηρεσιών Απασχολήσεως και Ανεργίας καθορίζεται όσον αφορά μεν τον εργοδότην βάσει της έδρας της εγκαταστάσεως της εκμεταλλεύσεως, όσον αφορά δε τον μισθωτόν βάσει του τόπου της κατοικίας του.
2. Αμφισβητήσεις περί της υποχρεώσεως της υπαγωγής εις την ασφάλισιν ανεργίας ή περί της οφειλομένης εισφοράς επιλύονται υπό του Δ.Σ. του Οργανισμού Απασχολήσεως και Ανεργίας.
3. Αι τοπικαί υπηρεσίαι απασχολήσεως και ανεργίας διοικούνται υπό τοπικών επιτροπών, ων η μεν σύνθεσις και η αρμοδιότης ορίζεται δια κανονισμού του οργανισμού, η δε συγκρότησις γίνεται δι’ αποφάσεως του Υπουργού Εργασίας.

 Άρθρον 27
Διαδικασία εξασφαλίσεως αξιώσεως προς επιδότησιν
1.(1) Για να επιδοτηθεί ο άνεργος, πρέπει να εμφανιστεί ο ίδιος στην υπηρεσία του ΟΑΕΔ της κατοικίας του ή του τόπου της τελευταίας απασχόλησής του και να υποβάλει αίτηση για επιδότηση μέσα σε 60 ημέρες από τη λύση της σχέσης εργασίας.
2. Η επιδότησις χωρεί εν ανάγκη και μόνον βάσει του Ασφαλιστικού βιβλιαρίου, εφ’ όσον η υπηρεσία, μετά έλεγχον, πείθεται περί της απασχολήσεως και απολύσεως του μισθωτού. Ο εργοδότης υποχρεούται όπως παραδώση το Ασφαλιστικόν βιβλιάριον υποκείμενος εν εναντία περιπτώσει εις τας κυρώσεις του άρθρου 28 του παρόντος.
3. Εάν η υπηρεσία Ανεργίας δεν δύναται να προσφέρη δια του Γραφείου Ευρέσεως Εργασίας κατάλληλον εργασίαν εις τον άνεργον αύτη υποχρεούται ν’ αποφασίση επί της αιτήσεως.
4. Εάν αναγνωρίζεται υπό της υπηρεσίας η αξίωσις περί επιδοτήσεως, αύτη εφοδιάζει τον άνεργον δια Δελτίου επιδοτήσεως. Εάν όμως η αξίωσις απορρίπτεται, κοινοποιείται εις τον άνεργον έγγραφος  απορριπτική απόφασις.
5.(2) Σε περίπτωση διακοπής των εργασιών της εκμετάλλευσης και αδυναμίας από οποιοδήποτε λόγο καταγγελίας της σχέσης εργασίας και έκδοσης της σχετικής βεβαίωσης του εργοδότη ή αποχής του μισθωτού από την εργασία λόγω άσκησης απ’ αυτόν του δικαιώματος της επίσχεσης (άρθρο 325 Α.Κ.), ο άνεργος μπορεί να λάβει επίδομα ανεργίας, εφ’ όσον συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις και ενεργήσει σύμφωνα με όσα ορίζονται στην παρ. 1. Οι διατάξεις του άρθρου 31 του ν.δ.2898/1953  (ΦΕΚ 318) εφαρμόζονται αναλόγως και στις πιο πάνω περιπτώσεις. Όταν ο εργοδότης θέτει τους μισθωτούς σε διαθεσιμότητα, ο Ο.Α.Ε.Δ. καταβάλλει σ’ αυτούς που παραμένουν άνεργοι κατά τη διάρκεια της διαθεσιμότητας το δέκα τοις εκατό του μέσου όρου των τακτικών αποδοχών των δύο τελευταίων μηνών υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης.
Οι παροχές αυτές δεν καταβάλλονται για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο από τρεις μήνες κάθε έτος.
6. Αρμόδιον όργανον δια την έγκρισιν και την διακοπήν της επιδοτήσεως είναι ο Διευθυντής της Τοπικής Υπηρεσίας Απασχολήσεως και Ανεργίας.
7. Ο επιδοτούμενος ή και άλλα πρόσωπα έχοντα ευλόγως δεδικαιολογημένον συμφέρον έχουσι δικαίωμα προσφυγής ενώπιον του Δ.Σ. ή του δια του Κανονισμού Παροχών ορισθησομένου αρμοδίου συλλογικού οργάνου.
8. Η προσφυγή ασκείται εντός 14 ημερών από της γνωστοποιήσεως της αποφάσεως. Η προσφυγή δεν έχει ανασταλτικήν δύναμιν. Το Δ.Σ. του Οργανισμού δύναται κατ’ αίτησιν του ενδιαφερομένου να μεταρρυθμίση τας αποφάσεις των συλλογικών οργάνων.
9.(3) Μετά πάροδο 60 ημερών από τη λύση της εργασιακής σχέσης, επέρχεται απόσβεση του δικαιώματος για επιδότηση.
10.(3) Η αξίωση για το επίδομα ανεργίας παραγράφεται μετά 60 ημέρες από τότε που είναι απαιτητό.

(1) Η παρ. 1 του άρθρου 27 τίθεται όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 4 του άρθρου 7 του Ν.1545/1985 (ΦΕΚ 91 Α').
Οι αντικατασταθείσες διατάξεις, όπως αυτές είχαν συμπληρωθεί με την παρ. 1 του άρθρου 7 του Ν.3464/1955 (ΦΕΚ 350 Α'), είχαν ως εξής:

«1. Ο άνεργος ίνα τύχη επιδοτήσεως υποχρεούται όπως αναγγελθή προσωπικώς εις την υπηρεσίαν Ανεργίας της κατοικίας του ή της τελευταίας απασχολήσεως και υποβάλη αίτησιν περί επιδοτήσεως, εντός 30 ημερών από της λύσεως της σχέσεως εργασίας. Εάν όμως έχει εγερθή εκ μέρους του μισθωτού αγωγή περί κύρους της γενομένης καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας, η κατά την παρούσαν παράγραφον προθεσμία άρχεται από της επομένης της ημερομηνίας αφ' ης κατέστη τελεσίδικος η επί της αγωγής τοιαύτης δικαστική απόφασις.»
- Αρχικά, η παρ. 1 είχε ως εξής:
«1. Ο άνεργος ίνα τύχη επιδοτήσεως υποχρεούται όπως αναγγελθή προσωπικώς εις την υπηρεσίαν Ανεργίας της κατοικίας του ή της τελευταίας απασχολήσεως και υποβάλη αίτησιν περί επιδοτήσεως, εντός 30 ημερών από της λύσεως της σχέσεως εργασίας.»

(2) Η παρ. 5 του άρθρου 27 τίθεται όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 20 του Ν.1836/1989 (ΦΕΚ 89 Α').
Οι αντικατασταθείσες διατάξεις, οι οποίες είχαν τεθεί με το άρθρο 5 του Ν.549/1977 (ΦΕΚ 55 Α'), είχαν ως εξής: 

«5. Εν περιπτώσει διακοπής των εργασιών της εκμεταλλεύσεως και αδυναμίας εξ οιουδήποτε λόγου καταγγελίας της σχέσεως εργασίας και εκδόσεως της σχετικής βεβαιώσεως του εργοδότου ή αποχής του μισθωτού εκ της εργασίας ένεκα ασκήσεως υπό τούτου του κατά το άρθρο 325 Α.Κ. δικαιώματος επισχέσεως ο άνεργος δύναται κατά την εύλογον κρίσιν της υπηρεσίας να τύχη επιδόματος ανεργίας, εφ' όσον συντρέχουν αι νόμιμοι προϋποθέσεις και εφ' όσον ούτος ενεργήση κατά τα εν τη παρ. 1 οριζόμενα. Αι διατάξεις του άρθρου 31 του Ν.Δ/τος 2698/1953 "περί διοικήσεως του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων, Μεταρρυθμίσεως της περί αυτού Νομοθεσίας ως και άλλων τινών διατάξεων" εφαρμόζονται αναλόγως και εν προκειμένω.»
- Αρχικά, η παρ. 5 είχε ως εξής:
«5. Εν περιπτώσει διακοπής των εργασιών της εκμεταλλεύσεως και αδυναμίας εξ οιουδήποτε λόγου καταγγελίας της σχέσεως εργασίας και εκδόσεως της σχετικής βεβαιώσεως του εργοδότου, ο άνεργος δύναται κατά την εύλογον κρίσιν της υπηρεσίας να τύχη επιδόματος ανεργίας, εφ' όσον συντρέχουσιν αι νόμιμοι προϋποθέσεις και εφ' όσον ούτος ενεργήση κατά τα εν τη παραγράφω 1 οριζόμενα.»


(3) Οι παρ. 9 και 10 του άρθρου 27 τίθενται όπως αντικαταστάθηκαν με την παρ. 5 του άρθρου 7 του Ν.1545/1985 (ΦΕΚ 91 Α').
Οι αντικατασταθείσες διατάξεις είχαν ως εξής:
«9. Η αξίωσις προς επιδότησιν παραγράφεται μετά 30 ημέρας από της λύσεως της σχέσεως εργασίας.
10. Η αξίωσις επί του επιδόματος ανεργίας παραγράφεται μετά 30 ημέρας, αφ' ης κατέστη τούτο απαιτητόν.»


Άρθρον 28Ποινικαί ευθύναι του εργοδότου
1. Ο εργοδότης ή ο κατά νόμον εκπρόσωπος τούτου, όστις καταχωρεί εις τας υπ’ αυτού εκδιδομένας βεβαιώσεις αναληθή στοιχεία, ή παραλείπει να υποβάλη την αναγγελίαν της καταγγελίας της σχέσεως εργασίας, περί ης το άρθρον 13 του παρόντος, ή αρνείται να παράσχη σχετικάς πληροφορίας δια την συγκεκριμένην εκάστοτε λύσιν σχέσεως εργασίας, υπόκειται εις μηνιαίον πρόστιμον ως ορίζει η παράγραφος 2 του άρθρου 5 του Ν.Δ.2656/53. Ο εργοδότης και ο άνεργος, οίτινες βλάπτουσι τα συμφέροντα του Ταμείου, είτε διότι ασχολείται άνεργος επιδοτούμενος, είτε διότι άνεργος τυγχάνει επιδόματος ανεργίας άνευ πραγματικών προϋποθέσεων, τιμωρείται με τας ποινάς της παραγράφου 4 του άρθρου 5 του Ν.Δ.2656/1953.
Τα εκ των ποινών τούτων προκύπτοντα έσοδα αποδίδονται εις τον Οργανισμόν κατά τα ειδικώτερον δια κοινής αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας καθορισθησόμενα. Αι μηνύσεις υποβάλλονται παρά των Διευθυντών των Υπηρεσιών Απασχολήσεως και Ανεργίας κατά δε του εργοδότου και παρά του ανέργου.

 Άρθρον 29(1)
Έλεγχος Ανεργίας
Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, που εκδίδεται μετά από εισήγηση του Διοικητικού Συμβουλίου του Οργανισμού Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού, καθορίζονται τα μέτρα ελέγχου της ανεργίας, καθώς και οι επιβαλλόμενες κυρώσεις στους ανέργους που δεν συμμορφώνονται προς τις υποχρεώσεις τους.

(1) Το άρθρο 29 τίθεται όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 71 του Ν.3996/2011 (ΦΕΚ 170/Α'/5.8.2011) και ισχύει από τη δημοσίευση.
Οι αντικατασταθείσες διατάξεις, όπως είχαν τεθεί 
με την παρ. 1 του άρθρου 23 του Ν.1082/1980 (ΦΕΚ 250 Α'), είχαν ως εξής:

«Άρθρον 29
Έλεγχος Ανεργίας
Δια Προεδρικού Διατάγματος, εκδιδομένου τη προτάσει του Υπουργού Εργασίας μετά πρότασιν του Διοικητικού Συμβουλίου του Οργανισμού Απασχολήσεως Εργατικού Δυναμικού, καθορίζονται τα απαραίτητα μέτρα ελέγχου της ανεργίας των επιδοτουμένων ανέργων καθ’ άπασαν την Χώραν, ή κατά περιοχάς ή κατηγορίας μισθωτών, ως και αι επιβαλλόμεναι κυρώσεις  εις τους μη συμμορφουμένους προς τας υποχρεώσεις των ανέργους.»
- Προηγουμένως, οι αντικατασταθείσες διατάξεις, όπως είχαν τεθεί με το άρθρο 9 του Ν.3464/1955 (ΦΕΚ 350 Α'), είχαν ως εξής:
«Άρθρον 29
Έλεγχος Ανεργίας
1. Ο άνεργος διά την εξασφάλισιν της αξιώσεώς του προς επιδότησιν δέον να εμφανίζεται αυτοπροσώπως εις την αρμοδίαν Υπηρεσίαν του Οργανισμού ή το Γραφείον Ευρέσεως Εργασίας ή εφ' όσον δεν υφίσταται εις τον τόπον της κατοικίας του ανέργου Γραφείον Ευρέσεως Εργασίας εις την Αρμόδιαν Αστυνομικήν Αρχήν ή τον Πρόεδρον της Κοινότητος κατά τας οριζομένας υπό της Υπηρεσίας ημέρας και ώρας.
2. Άνεργος, όστις δεν συμμορφούται προς τας κατά την προηγουμένην παράγραφον υποχρεώσεις οίτινες δεν δύνανται πάντως να προβλέπουν υποχρέωσιν παρουσιάσεως πλέον των τριών ημερών καθ' εβδομάδα, στερείται του επιδόματος ανεργίας του 15θημέρου, καθ' ο έλαβε χώραν η παράλειψις.
3. Διά του κανονισμού ορισθήσονται αι λοιπαί λεπτομέριαι εφαρμογής του ελέγχου ανεργίας. Διά του αυτού Κανονισμού δύναται να εξουσιοδοτηθή το Δ. Σ. του Οργανισμού όπως προσδιορίση και ετέρας πλην των εν παρ. 1 αναφερομένων υπηρεσίας διά την άσκησιν του τοιούτου ελέγχου.
4. Των Γραφείων Ευρέσεως Εργασίας περιφερείας Αθηνών προΐσταται ανώτερος υπάλληλος του Υπουργείου Εργασίας, έχων την εποπτείαν επί της οργανώσεως και εν γένει λειτουργίας αυτών ως και την κατεύθυνσιν και τον συντονισμόν της δράσεως, του προσωπικού, εισηγουμένος τ' αφορώντα τούτο θέματα. Προς τούτο εις την οργανικήν σύνθεσιν του προσωπικού του Υπουργείου Εργασίας προστίθεται μία θέσις Δ/τού Γραφείων Ευρέσεως Εργασίας Αθηνών επί βαθμώ 4ω, 3ω ή 2ω, πληρουμένη διά μετατάξεως επί τω ω κέκτηται βαθμώ και μισθώ ενός των εχόντων δίπλωμα Ανωτάτης Σχολής Διευθυντών Γραφείων Εργασίας λιμένων, επί καταργήσει της παρ' αυτού, κατεχομένης θέσεως, συνεχιζομένης της παρά τω οικείω Κ.Α.Φ. λιμένος υφισταμένης ασφαλιστικής αυτού σχέσεως.
5. Μία θέσις Τμηματάρχου της Διευθύνσεως Απασχολήσεως μετατρέπεται εις θέσιν Επιθεωρητού Γραφείων Ευρέσεως Εργασίας επί βαθμώ 5ω, 4ω, 3ω, ή 2ω, αυξανομένων αναλόγως των οργανικών θέσεων του Υπουργείου τούτου. Κατά την πρώτην εφαρμογήν του παρόντος την θέσιν ταύτην καταλαμβάνει, επί τω ω κέκτηται βαθμώ εις εκ των Τμηματαρχών του Υπουργείου Εργασίας, έχων κατά την δημοσίευσιν του παρόντος υπερεικοσαετή υπηρεσίαν παρά τη Βουλή και τω Υπουργείω εξ ης υπερδεκαετή εις την Διεύθυνσιν Απασχολήσεως.»

- Αρχικά, οι διατάξεις του άρθρου 29 είχαν ως εξής:
«Άρθρον 29Έλεγχος Ανεργίας
1. Ο άνεργος δια την εξασφάλισιν της αξιώσεώς του προς επιδότησιν υποχρεούται όπως εμφανίζεται προσωπικώς τρις της εβδομάδος εις την αρμοδίαν τοπικήν Υπηρεσίαν Απασχολήσεως και Ανεργίας. Ο Οργανισμός εξουσιοδοτείται όπως ρυθμίση ειδικώτερον τα σχετικά με τον έλεγχον της ανεργίας προσδιορίζων και άλλας υπηρεσίας δια την άσκησιν τούτου.»

Άρθρον 30(1)
Ο επιδοτούμενος άνεργος υποχρεούται προ πάσης καταβολής εις τούτον επιδόματος ανεργίας να υποβάλη εις τον ΟΑΕΔ υπεύθυνον δήλωσιν κατά τας διατάξεις του Ν. Διατάγματος 105/1969 περί του ότι δεν έχει απασχόλησιν κατά την έννοιαν της παρ. 1 του άρθρου 16. Εις περίπτωσιν παραλείψεως υποβολής της ανωτέρω δηλώσεως διακόπτεται η επιδότησις.

(1) Το άρθρον 30 τίθεται όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 2 του άρθρου 23 του Ν.1082/1980 (ΦΕΚ 250 Α').
Οι αντικατασταθείσες διατάξεις είχαν ως εξής:

«Άρθρον 30
Ο επιδοτούμενος άνεργος υποχρεούται προ πάσης καταβολής εις τούτον επιδόματος ανεργίας να υποβάλη εις τον ΟΑΕΔ υπεύθυνον δήλωσιν κατά τας διατάξεις του Ν. Διατάγματος 105/1969 περί του ότι δεν έχει απασχόλησιν κατά την έννοιαν της παρ. 1 του άρθρου 16. Εις περίπτωσιν παραλείψεως υποβολής της ανωτέρω δηλώσεως διακόπτεται η επιδότησις.»
- Αρχικά, οι διατάξεις του άρθρου 30 είχαν ως εξής:
«Άρθρον 30Δήλωσις του ανέργου

1. Ο επιδοτούμενος άνεργος υποχρεούται να δηλώση κατά πάσαν απόληψιν επιδόματος ανεργίας ότι δεν έχει απασχόλησιν κατά την εν παρ. 1 του άρθρου 16 έννοιαν, επίσης υποχρεούται να δηλώση την κατάρτισιν πάσης νέας σχέσεως εργασίας, ως και τους λόγους της αναστολής ή της διακοπής του επιδόματος εις την αρμοδίαν Τοπικήν Υπηρεσίαν Απασχολήσεως και Ανεργίας άνευ αναβολής, το βραδύτερον δε μέχρι της προσεχούς προσελεύσεως δια τον έλεγχον της ανεργίας.2. Επί παραλείψεως μεν της σχετικής δηλώσεως το αρμόδιον όργανον δια την έγκρισιν της παροχής επιβάλλει διακοπήν του επιδόματος από 8-15 ημέρας, επί ψευδούς δε δηλώσεως ο άνεργος τιμωρείται με τας ποινάς της παρ. 4 του άρθρου 5 του Ν.Δ.2656/53.»

Άρθρον 31Καταβολή επιδομάτων
1. Τα επιδόματα ανεργίας δύνανται να καταβάλλωνται είτε απ’ ευθείας υπό των Τοπικών Υπηρεσιών Απασχολήσεως και Ανεργίας, είτε δια των ανεγνωρισμένων Τραπεζών, κατόπιν προηγουμένης εγκρίσεως του Υπουργείου Εργασίας.
2.(1) Τα επιδόματα ανεργίας καταβάλλονται ανά μήνα.
3. Εάν ο άνεργος δεν εκπληροί τας υποχρεώσεις διατροφής, προς τα μέλη, υπέρ ων αναγνωρίζονται προσαυξήσεις, η Τοπική Υπηρεσία δύναται να ορίση όπως ανάλογον τμήμα καταβάλλεται δια το μέλος της οικογενείας εις το Ίδρυμα ή και τρίτα πρόσωπα υπό την προστασίαν των οποίων τούτο ευρίσκεται.
4. Η διαδικασία αναγνωρίσεως της αξιώσεως της επιδοτήσεως και ο τρόπος καταβολής του επιδόματος ανεργίας καθορισθήσονται λεπτομερώς δια Κανονισμού.

(1) Η παρ. 2 του άρθρου 31 τίθεται όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 56 του Ν.1914/1990 (ΦΕΚ 178 Α').
Οι αντικατασταθείσες διατάξεις είχαν ως εξής:
«2. Τα επιδόματα ανεργίας καταβάλλονται ανά δεκαπενθήμερον.»


Άρθρον 32Πόροι της Υπηρεσίας
1. Πόροι του Οργανισμού είναι:
α) Εργοδοτική εισφορά 2% και εργατική 1%(1) επί των αποδοχών του εις την ασφάλισιν ανεργίας υπαγομένου προσωπικού καταργουμένης της κατά το άρθρον 25 Α.Ν.1846/51 εργοδοτικής εισφοράς 2%, ως αύτη συνεπληρώθη μεταγενεστέρως δια της υπ’ αριθ. 1018/54 Πράξεως του Υπουργικού Συμβουλίου (Εφημ. Κυβερνήσεως Φύλλον 143, τεύχος Α') επί των αποδοχών των ησφαλισμένων εις το ΙΚΑ υπέρ του παρ’ αυτώ κλάδου ανεργίας. Δια τον υπολογισμόν της κατά την παράγραφον ταύτην εισφοράς λαμβάνεται ως βάσις υπολογισμού η κατά το άρθρον 25 παράγραφος 2 του Α.Ν.1846/1951 προβλεπομένη ρύθμισις ή εκάστοτε δια τας εισφοράς του ΙΚΑ ισχυούσας διατάξεις, εφ’ όσον συνεισπράττονται μετά των εισφορών του ΙΚΑ. Εν εναντία περιπτώσει ο κατά τ’ ανωτέρω υπολογισμός δύναται να τροποποιηθή δι’ αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου του Οργανισμού, εγκρινομένης υπό του Υπουργού Εργασίας. Αι δαπάναι των Γραφείων Ευρέσεως Εργασίας, ως και αι τοιαύται δια τα υπό στοιχεία β', γ' και δ' αντικείμενα του άρθρου 2 του παρόντος, καλύπτονται υπό της εργοδοτικής εισφοράς.(2)
β) Οι τόκοι και πάσης φύσεως πρόσοδοι εκ της περιουσίας του Οργανισμού.
γ) 
Παν έσοδον εκ χαριστικής αιτίας.
2. 
Η ειδική εισφορά δια την καταβολήν των επιδομάτων στρατεύσεως του Ν.2054/52 διατηρείται εν ισχύι. Τα έσοδα και αι δαπάναι του κλάδου τούτου τηρούνται εις ειδικόν λογαριασμόν.

(1) Σύμφωνα με την παρ. 9 του άρθρου 44 του Ν.3986/2011 (ΦΕΚ 152/Α'/1.7.2011) ορίζεται ότι:
«9. Οι προβλεπόμενες από τις διατάξεις του άρθρου 32 παρ. 1 εδάφιο α’ του ν.δ.2961/1954 (Α’ 197), όπως διαμορφώθηκαν με τις διατάξεις της παρ. 6 του άρθρου 44 του ν.2084/1992 (Α’ 165), εισφορές εργοδότη και εργαζόμενου αυξάνονται κατά 0,50% αντιστοίχως και υπολογίζονται επί των αναφερόμενων στις διατάξεις αυτές αποδοχών των μισθωτών, ανεξαρτήτως χρόνου υπαγωγής τους στην ασφάλιση. Η ισχύς της διάταξης αυτής αρχίζει την 1.8.2011
- Προηγουμένως, σύμφωνα με την παρ. 6 του άρθρου 44 του Ν.2084/1992 (ΦΕΚ 165 Α') οριζόταν ότι:
«6. Η προβλεπόμενη από τις διατάξεις του άρθρου 32 παρ. 1 εδάφ. α' του ν.δ.2961/1954 (ΦΕΚ 197 Α') εργοδοτική εισφορά αυξάνεται κατά 0,67%, η δε εργατική κατά 0,33% και υπολογίζεται επί των αναφερομένων στις διατάξεις αυτές αποδοχών των μισθωτών.
Η ισχύς της διατάξεως αυτής αρχίζει από την 1η του τρίτου από της δημοσιεύσεως του παρόντος στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως μήνα έχει δε εφαρμογή και για τους από 1.1.1993 και μετά ασφαλιζόμενους.»

(2) Στο εδάφιο α' της παρ. 1 του άρθρου 32 υπήρχαν δύο τελευταίες περίοδοι οι οποίες καταργήθηκαν με το άρθρο 10 του Ν.3464/1955 (ΦΕΚ 350 Α').
Οι καταργηθείσες διατάξεις είχαν ως εξής:
«Ο Υπουργός της Εργασίας δύναται δι' αποφάσεώς του δι' εκμεταλλεύσεις ων αι απολύσεις κατά το εκάστοτε λήγον έτος δεν υπερέβησαν το 6% του μέσου όρου της απασχολήσεως του έτους τούτου, να εκπίπτη εκ του συνολικού ποσού της καταβληθείσης εισφοράς μέχρι 15%.
Η έκπτωσις ενεργείται κατ' αίτησιν των ενδιαφερομένων.»


Άρθρον 33Διαδικασία εισπράξεως εισφοράς
1. Η εκάστοτε ισχύουσα εισφορά υπέρ της Υπηρεσίας δι’ ασφάλισιν ανεργίας ως και η τοιαύτη δια την καταβολήν επιδομάτων στρατεύσεως του νόμου 2054/1952 συνεισπράττονται υποχρεωτικώς μετά της υπέρ του Ι.Κ.Α. νενομισμένης εισφοράς.
2.(1) Αι Τράπεζαι, παρ’ αις κατατίθενται αι υπέρ του Ι.Κ.Α. εισφοραί ως και αυτό τούτο το Ι.Κ.Α. την τελευταίαν ημέρα εκάστου μηνός μεταθέτουν οικόθεν εις πίστωσιν του Οργανισμού Απασχολήσεως και Ασφαλίσεως Ανεργίας τα ανήκοντα εις τούτον ποσά εισφορών, άτινα διά του παρόντος και προς διευκόλυνσιν του τρόπου της κατανομής ορίζονται εις 4/21 (ήτοι τρία εικοστά πρώτα διά τον κλάδον ανεργίας και εν εικοστόν πρώτον διά τον Ειδικόν Λογαριασμόν ν.2054/1952) επί των συνολικών πάσης φύσεως εσόδων του Ι.Κ.Α. εξ ασφαλιστικών εισφορών, τακτικών και καθυστερουμένων μετά των προσαυξήσεων των τελευταίων τούτων κλπ.
3. Αμφισβητήσεις τυχόν εκ της κατά την προηγουμένην παράγραφον κατανομής επιλύονται εκάστοτε δι’ αποφάσεως του Υπουργού Εργασίας.
4. Ο Υπουργός Εργασίας δύναται να ρυθμίση άλλως την διαδικασίαν εισπράξεως των εσόδων του Οργανισμού.
5.(2) Αι διατάξεις των άρθρων 19, 26 και 27 του Α.Ν.1846/51 ως ετροποποιήθησαν μεταγενεστέρως εφαρμόζονται αναλόγως και επί του Οργανισμού Απασχολήσεως και Ασφαλίσεως Ανεργίας.

(1) Η παρ. 2 του άρθρου 33 τίθεται όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 του Ν.3464/1955 (ΦΕΚ 350 Α').
Οι αντικατασταθείσες διατάξεις είχαν ως εξής:
«2. Αι Τράπεζαι, παρ' αις κατατίθενται αι υπέρ του Ι.Κ.Α. εισφοραί, μεταφέρουσιν οίκοθεν τη 15 και 30 εκάστου μηνός εις λογαριαμόν του Οργανισμού Απασχολήσεως και Ασφαλίσεως Ανεργίας το αναλογούν ποσόν εις το εκάστοτε υπέρ του Οργανισμού ισχύον ποσοστόν. Εκ του αναλογούντος υπέρ του Οργανισμού ποσού, δύναται δι' αποφάσεως του Υπουργού Εργασίας να παρακρατήται ποσοστόν μέχρι 0,25% υπέρ του Ι.Κ.Α. προς εξίσωσιν τυχόν διαφοράς, συνεπεία της μη απολύτου ταυτότητος των ασφαλιζομένων προσώπων και δι' έξοδα βεβαιώσεως της εισφοράς. Το Δ.Σ. του Οργανισμού αποφασίζει περί της Τραπέζης παρ' η τηρείται ο λογαριασμός του Οργανισμού μετ' έγκρισιν του Υπουργού Εργασίας.»

(2) Η παρ. 5 του άρθρου 33 τίθεται όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 6 του Ν.3252/1955 (ΦΕΚ 142 Α').
Οι αντικατασταθείσες διατάξεις είχαν ως εξής:
«5. Αι διατάξεις του Α.Ν.1846/51, ως ετροποποιήθη και συνεπληρώθη μεταγενεστέρως δια τον υπολογισμόν των εισφορών, τον υπόχρεον προς καταβολήν ταύτης, τον τρόπον καταβολής, τας συνεπείας καθυστερήσεως, τας προϋποθέσεις επιστροφής αχρεωστήτως καταβληθεισών εισφορών, ισχύουσιν αναλόγως εν τη εφαρμογή του παρόντος νόμου.»


Άρθρον 34 Κύρωσις των υπ' αριθ. 2568/7.6.52, 34327/3.7.52, 51772/4840/24.8.53 αποφάσεων του Υπουργού Εργασίας
1. Κυρούνται αφ’ ης ίσχυσαν αι υπ’ αριθ. 2568/7.6.52, 34327/3.7.1953 και 51772/4840/24.8.53 προεγκριτικαί αποφάσεις του Υπουργού Εργασίας εν σχέσει με την εφαρμογήν του Ν.2054/1952.
Των υπό του Νόμου τούτου πάντως προβλεπομένων επιδομάτων δικαιούνται οι μισθωτοί οι απασχολούμενοι εις περιοχάς εις ας μέχρι τουλάχιστον της απολύσεως τούτων εκ των τάξεων του Στρατού έχει επεκταθή η ασφάλισις του Ι.Κ.Α., ή της δια του παρόντος νόμου συνιστωμένης Υπηρεσίας και από της επεκτάσεως ταύτης, της απαιτουμένης προϋπηρεσίας εν ελλείψει ασφαλιστέας τοιαύτης, αποδεικνυομένης δι’ επαρκών κατά την κρίσιν του Δ.Σ. της υποχρέου Υπηρεσίας στοιχείων.
Μέχρι της κατά τ' ανωτέρω επεκτάσεως της ασφαλίσεως οι οικείοι εργοδόται βαρύνονται με τας εκ του νόμου 3514/1928, ως ετροποποιήθη μεταγενεστέρως, αντιστοίχους υποχρεώσεις επιδοτήσεως των κατά τας διατάξεις του νόμου τούτου δικαιούχων εφέδρων.
Το Δ.Σ. της Υπηρεσίας δύναται να επεκτείνη την εφαρμογήν του Ν.2054/52 και την καταβολήν των υπό τούτου προβλεπομένων επιδομάτων επί μισθωτών απασχολουμένων εκτός ασφαλιστικής περιοχής του Ι.Κ.Α. ή της Υπηρεσίας περιοχής, εφ’ όσον ούτοι υπάγονται εις την ασφάλισιν κλαδικού τινος ασφαλιστικού οργανισμού.
2. Δια τον υπολογισμόν των κατά Ν.2054/1952 εισφορών και επιδομάτων, την αναγνώρισιν των υπ’ αυτών αξιώσεων, την άρσιν πάσης επί τούτων αμφισβητήσεως, την απαγόρευσιν δωρεάς, κατασχέσεως ή εκχωρήσεως αυτών ως και επιστροφήν ή συμψηφισμόν τούτων ισχύουσιν αναλόγως αι διατάξεις του παρόντος νόμου, δια δε τον υπολογισμόν του κατά το άρθρον 8 Ν.2054/52 ασφαλίστρου κλάδου συντάξεων, το εν άρθρω 25 παράγρ. 1 Α.Ν.1846/51 προβλεπόμενον.
3. Αι διατάξεις των δύο προηγουμένων παραγράφων του παρόντος άρθρου ισχύουν αφ’ ης ίσχυσεν ο Ν.2054/52.
4. Πάσα εκ του Νόμου 2054/52 απορρέουσα αξίωσις εφέδρων κατά του Ι.Κ.Α. παραγράφεται μετά τρίμηνον από της απολύσεως του δικαιούχου εκ των τάξεων του Στρατού.
5. Από της ισχύος του παρόντος Ν.Δ. δικαιούνται των υπό του Ν.2054/52 προβλεπομένων επιδομάτων οι μισθωτοί (καίτοι μη τελούντες εν ενεργώ συμβάσει εργασίας κατά την στράτευσιν αυτών) εφ’ όσον κατά την κλήσιν αυτών υπό τα όπλα έχουν πραγματοποιήσει 150 ημέρας εργασίας εντός των υπό του άρθρου 35 παρ. β' Α.Ν.1846/51 οριζομένων χρονικών περιόδων.
6. Έφεδροι αξιωματικοί, υπαξιωματικοί και οπλίται του Λιμενικού Σώματος και όλων των ενόπλων δυνάμεων της χώρας, μισθοδοτούμενοι παρά του Δημοσίου Tαμείου με αποδοχάς μονίμων, λαμβάνουσιν ως επίδομα στρατεύσεως την τυχόν υπάρχουσαν διαφοράν μεταξύ του εν λόγω μισθού και του κατά τας διατάξεις του Ν.2054/52 επιδόματος.
7. Η αληθής έννοια του άρθρου 8 του Ν.2054/52 είναι ότι η εν τω στρατώ ξηράς, αέρος και θαλάσσης υπηρεσία των μισθωτών εν γένει, λογίζεται ως χρόνος πραγματικής εργασίας παρά τω παρ’ αυτώ υπηρετούν προ της στρατεύσεώς των εργοδότη, ως προς τα έναντι του τελευταίου τούτου δικαιώματα του μισθωτού, εν ω δια την συμπλήρωσιν των δια την χορήγησιν πάσης φύσεως παροχών κοινωνικής ασφαλίσεως προϋποθέσεων προς πραγματικήν εργασίαν εξομοιούνται η εν τω στρατώ κλπ. εφεδρική υπηρεσία η συνεπαγομένη την χορήγησιν επιδόματος στρατεύσεως κατά τας διατάξεις του Ν.2054/52 και του παρόντος Ν.Δ.
Εν τη εννοία των παροχών της ασφαλίσεως κατά το προηγούμενον εδάφιον, δεν περιλαμβάνονται τα επιδόματα στρατεύσεως, περί ων το παρόν άρθρον και δι’ ας κατά την κειμένην νομοθεσίαν η προϋπηρεσία δέον να έχη συμπληρωθή μέχρι της κλήσεως του μισθωτού υπό τα όπλα.

Άρθρον 35Υποχρέωσις συνδρομής και παροχής πληροφοριών
1. Όλαι αι αρχαί και αι υπηρεσίαι, οι φορείς της κοινωνικής ασφαλίσεως, αι επαγγελματικαί οργανώσεις δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου, μισθωτών και εργοδοτών και οι εργοδόται υποχρεούνται να συντρέχωσι τον Οργανισμόν εις την εκτέλεσιν των καθηκόντων αυτού.
2. Οι εργοδόται ή οι νόμιμοι αυτών αντιπρόσωποι, υποχρεούνται να παρέχωσιν απροφασίστως εις τας αρμοδίας υπηρεσίας τας αναγκαίας, δια την εφαρμογήν του παρόντος Ν.Δ. πληροφορίας.

 Άρθρον 36
Μεταβατικαί διατάξεις
1. Ο Υπουργός της Εργασίας δύναται κατά την πρώτην περίοδον της λειτουργίας της Υπηρεσίας ν’ αποσπάση εκ του Υπουργείου Εργασίας και εκ των υπό την εποπτείαν του Οργανισμών δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου το αναγκαίον προσωπικόν, το οποίον εξακολουθεί μισθοδοτούμενον παρά του Δημοσίου ή των Οργανισμών μέχρι προσλήψεως ιδίου προσωπικού.
2. Ο Υπουργός Εργασίας, δύνανται να εντάξη κατά την πρώτην περίοδον της λειτουργίας του Οργανισμού, μέχρι 100 υπαλλήλων εκ του προσωπικού του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων, ρυθμίζων συγχρόνως και τας εκ της προϋπηρεσίας τούτων παρά τω Ι.Κ.Α. σχέσεις ασφαλίσεως και συντάξεως, ή εκ του προσωπικού άλλων Οργανισμών, Κοινωνικής Πολιτικής, δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, αρμοδιότητος Υπουργείου Εργασίας ή να προσλάβη προσωπικόν, της σχετικής αποφάσεως επεχούσης θέσιν Κανονισμού Προσωπικού.
Κατά την αυτήν διαδικασίαν δύναται ο υπουργός Εργασίας ν' αποσπάση εις το Υπουργείον Εργασίας προσωπικόν εκ των ως άνω Οργανισμών. Αι αποδοχαί του εντασσομένου προσωπικού διέπονται υπό της αντιστοίχου νομοθεσίας του Οργανισμού μέχρις εγκρίσεως του οικείου Κανονισμού του Οργανισμού.
Το προσωπικόν του Οργανισμού ασφαλίζεται εις το Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων και διέπεται υπό των αυτών συνταξιοδοτικών, γενικών ή ειδικών, διατάξεων των ισχυουσών εκάστοτε δια τους υπαλλήλους του Ι.Κ.Α. υποχρεούμενον εις την καταβολήν των αυτών εισφορών.
3. Ο Οργανισμός εγκαθίσταται, κατά την πρώτην λειτουργίαν αυτού και μέχρι μισθώσεως ιδίων οικημάτων εις οικήματα του Υπουργείου Εργασίας ή των υπό την εποπτείαν αυτού Νομικών Προσώπων. Ο Υπουργός Εργασίας καθορίζει δι’ αποφάσεων αυτού τους εν γένει όρους της εγκαταστάσεως. Αι προ του Α.Ν.1846/51 συναφθείσαι μισθώσεις ακινήτων υπέρ του τέως Ταμείου Ανεργίας και υφιστάμεναι κατά την δημοσίευσιν του παρόντος υπέρ του Ι.Κ.Α. αναβιούσιν αυτοδικαίως ισχύουσαι υπέρ του Οργανισμού. Εις τον οργανισμόν περιέρχονται άπαντα τα σωζόμενα έπιπλα, σκεύη, αρχεία κλπ., άτινα συμφώνως προς το σχετικόν πρωτόκολλον απογραφής, το Ι.Κ.Α. παρέβαλε από το τέως Ταμείον Ανεργίας μετά τον Α.Ν.1846/51.
4. Κατά την πρώτην εφαρμογήν του παρόντος και μέχρι συγκροτήσεως και λειτουργίας των Υπηρεσιών του Οργανισμού η όλη διεξαγωγή της Υπηρεσίας τούτου θα εξακολουθήση να ενεργήται υπό των Υπηρεσιών του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων.
5. Ο Υπουργός Εργασίας εξουσιοδοτείται όπως δι’ αποφάσεως αυτού θεσπίση κατά την πρώτην περίοδον της λειτουργίας του Οργανισμού τους κάτωθι Κανονισμούς:
α) Λειτουργίας Διοικητικού Συμβουλίου.
β) Συνθέσεως και αρμοδιοτήτων υπηρεσιών.
γ) Προσωπικού.
δ) Λογιστικής και οικονομικής διαχειρήσεως και
ε) Διαδικασίας παροχών ανεργίας.
Μέχρις εγκρίσεως των κανονισμών λειτουργίας του Οργανισμού ισχύουσιν οι μέχρι σήμερον αναλόγως εφαρμοζόμενοι.
6. Εκ του μετά το πέρας εκάστης οικονομικής χρήσεως προκύπτοντος ενεργητικού υπολοίπου εν τω ισολογισμώ του Οργανισμού ποσόν μέχρι 5% τούτου φέρεται ει πίστωσιν του Ι.Κ.Α. προς κάλυψιν του παρ’ αυτώ εν τη διαχειρίσει του κλάδου ανεργίας από της ισχύος του Α.Ν.1846/51 μέχρι της δημοσιεύσεως του παρόντος ελλείματος, ούτινος το ποσόν ορίζεται δια λογιστικής καταστάσεως βεβαιουμένης δι’ αποφάσεως του Δ.Σ. του Ι.Κ.Α. και κυρουμένης υπό του Υπουργού Εργασίας. Πάντως το κατά τα ανωτέρω επιστρεπτέον εις το Ι.Κ.Α. ποσόν δεν δύναται να είναι έλασσον των 2 εκατομμυρίων δραχμών κατ’ έτος.
7. Το μεν ποσόν του επιδόματος ανεργίας των κατά την ισχύν του παρόντος Ν.Δ. εχόντων αναγγελθή προς επίδοσιν ησφαλισμένων διέπεται υπό της προϊσχυούσης νομοθεσίας, αλλ’ η διάρκεια της παροχής υπό του παρόντος Ν.Δ. Ησφαλισμένοι επιδοτούμενοι κατά την δημοσίευσιν του παρόντος Ν. Διατάγματος δικαιούνται μετά την εξάντλησιν της υπό του παρόντος οριζομένης διαρκείας 25 επιδόματα ανεργίας, εκτός εάν συμπληρούσι πρότερον το κατά την προϊσχύουσαν νομοθεσίαν ανώτατον όριον διαρκείας επιδοτήσεως.
Ο Οργανισμός υποχρεούται να αναλάβη δαπάναις του την καταβολήν των επιδομάτων ανεργίας από του μεθεπομένου μηνός της δημοσιεύσεως του παρόντος εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Μέχρι της ενάρξεως της καταβολής των επιδομάτων ανεργίας υπό του Οργανισμού ταύτα καταβάλλονται υπό του Ι.Κ.Α. Ο Οργανισμός δικαιούται των εκ της υπέρ αυτού εν άρθρω 31 θεσπιζομένης εισφοράς εσόδων από του 15ημέρου εντός του οποίου δημοσιεύεται το παρόν Ν.Δ. εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Το Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων υποχρεούται όπως μεταφέρη εις τον Οργανισμόν άμα τη δημοσιεύσει του παρόντος εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως τον Ειδικόν Λογαριασμόν του Ν.2054/52 (επιδόματα στρατεύσεως).
8. 1) Δια του παρόντος κυρούνται αφ’ ης εξεδόθησαν, αι κάτωθι αποφάσεις του Υπουργού Εργασίας:
α) Η υπ’ αριθ. 30327/54 «περί χορηγήσεως εκτάκτου βοηθήματος ανεργίας λόγω των εορτών του Πάσχα».
β) Η υπ’ αριθ. 30328/6/54 «περί χορηγήσεως εκτάκτου βοηθήματος εις μισθωτούς ανέργους των πόλεων Λαρίσης, Καρδίτσης και Τρικάλων εκ δραχμών 110.000».
γ) Η υπ’ αριθ. 30328/7/1954, «περί χορηγήσεως εκτάκτου βοηθήματος εις ανέργους μισθωτούς των σεισμοπλήκτων πόλεων Αργοστολίου, Ληξουρίου και Ζακύνθου εκ δραχμών 35.000».
δ) Η υπ’ αριθ. 30328/8/54 «περί χορηγήσεως εκτάκτου βοηθήματος υπέρ των σεισμοπαθών ανέργων μισθωτών των πόλεων Φαρσάλων και Σοφάδων εκ δραχμών 30.000».
ε) Αι υπ» αριθ. 30415/54 και 30415/1/54 αποφάσεις Υπουργού Εργασίας «περί διαθέσεως δραχμών 400.000 δια την εφαρμογήν του επαγγελματικού προσανατολισμού».
στ) Η υπ’ αριθ. 30328/8/1954 απόφασις «περί διαθέσεως δραχμών 20.000 υπέρ των μη επιδοτουμένων ανέργων Λεβαδείας».
ζ) Η υπ’ αριθ. 30429/54 «περί καταβολής εκτάκτου οικονομικής ενισχύσεως εις ανέργους Σύρου εκ δραχμών 100.000».
η) Η υπ’ αριθ. 30519/2/53 απόφασις δι’ ης συνεστήθη ως ανεξάρτητος η υπηρεσία του επαγγελματικού προσανατολισμού με αντικείμενα 1) την μαθητείαν, περί ης ο Α.Ν.1542/50 και 1654/51, 2) τον Επαγγελματικόν προσανατολισμόν και 3) την επαγγελματικήν μόρφωσιν των εργαζομένων, περί ων το Ν.Δ.2656/53 άνευ αυξήσεως των οργανικών θέσεων του Υπουργείου Εργασίας.
2) Προκειμένου περί ησφαλισμένων του τέως Τ.Α.Κ. αναπήρων πολέμου η προϋπόθεσις συμπληρώσεως του αριθμού των 360 ημερών εργασίας κατά την τελευταίαν πενταετίαν δια την εφαρμογήν της παραγράφου 2, 3 και 4 του άρθρου 4 του Ν.2348/53, ως ετροποποιήθη δια του Ν.Δ.2519/53 περιορίζεται εις 300 ημέρας εργασίας.

Άρθρον 37Τελική διάταξις
Καταργείται ο Α.Ν.118/45 ως ούτος ετροποποιήθη και συνεπληρώθη μεταγενεστέρως ως και πάσα άλλη γενική ή ειδική διάταξις της Νομοθεσίας περί ανεργίας του Α.Ν.1846/51 και του Ν.Δ.2698/53 πλην του άρθρου 51, παραγρ. 4, αντικειμένη εις το παρόν Νομοθετικόν Διάταγμα επανερχομένου εν ισχύι του Νόμου 2112/20 και του Β.Δ. της 16/18 Ιουλίου 1920 ως ίσχυον προ του Α.Ν.118/45.

Άρθρον 38
Η ισχύς του παρόντος Ν.Δ. άρχεται από της δημοσιεύσεως τούτου εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.